Δήμος
Σαρωνικού
Τρίτη 3 Αυγούστου 2021

Δημοτικές Ενότητες

Ο Δήμος

Ο νέος Δήμος Σαρωνικού δημιουργήθηκε από τη συνένωση των Δήμων Καλυβίων Θορικού και Αναβύσσου και των Κοινοτήτων Κουβαρά, Σαρωνίδας, και Παλαιάς Φωκαίας. Έχει έδρα τα Καλύβια Θορικού και η έκταση του είναι 133.43 τ.χλμ. Ο πληθυσμός του ανέρχεται στους 29.002 κατοίκους σύμφωνα με την απογραφή του ΥΠΕΣ του 2011.

Ανάβυσσος

Στη νοτιοανατολική Αττική, περίπου 50 χλμ. νότια της Αθήνας και 20 χλμ. βόρεια του Σουνίου, βρίσκεται η Ανάβυσσος με 8000 κατοίκους και 7 χλμ. αμμουδερής παραλίας.

Η θάλασσα της Αναβύσσου σε άλλα σημεία είναι ρηχή (Κόκκινα), σε άλλα βαθιά (Μαύρο Λιθάρι), αλλά παντού είναι πεντακάθαρη και μοναδική, όπως άλλωστε και η γη της.

Οι προϊστορικοί οικισμοί στον Άγιο Νικόλαο και στο νησάκι Αρτσιντά αποτελούν τις πρώτες ενδείξεις για την ύπαρξη ανθρώπινης δραστηριότητας στην Ανάβυσσο. Στην αρχαιότητα η Ανάβυσσος ονομαζόταν Ανάφλυστος, ίσως από το όνομα του Ανάφλυστου, γιού του Τροιζήνος, που μετοίκησε από την Αργολίδα στην Αττική.

Στα γεωμετρικά χρόνια σπουδαία αγγεία φιλοτεχνήθηκαν στην Ανάβυσσο (Αρχαιολογικό Μουσείο Βραυρώνας) και στα αρχαϊκά χρόνια στη γη της επέζησαν καλλιπλόκαμοι και ρωμαλέοι αρχαϊκοί κούροι (Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών).

Από τα σπλάχνα της γης του Λαυρίου και της Αναβύσσου (περιοχή Αρί) εξορύχθηκε αργυρούχος μόλυβδος (ασήμι), από τον οποίο έφτιαχνε τα νομίσματά της η Αθήνα κατά τα κλασικά χρόνια.

Στα ρωμαϊκά χρόνια η ύπαρξη υδραγωγείου στην περιοχή του Ολύμπου, το νεκροταφείο στον Άγιο Νικόλαο και τα λουτρά στην περιοχή του Μελισσουργού μαρτυρούν την έντονη ανθρώπινη δραστηριότητα.

Σαρωνίδα

Τα διοικητικά όρια της κοινότητος εκτείνονται από την παραθεριστική ζώνη του Λαγονησίου έως και τους ορεινούς όγκους του Ολύμπου, κατά μήκος της παραλιακής ζώνης της Νοτιοανατολικής Αττικής. Η περιοχή τοποθετείται σε απόσταση 45 περίπου χιλιομέτρων νοτιοανατολικά των Αθηνών και 10 χιλιόμετρα δυτικά του Λαυρίου.

Η συνοικία των 6.670 στρεμμάτων απλώνεται σε υψόμετρο μόλις 10 μέτρων από τη στάθμη της θάλλασσας, ενώ περιβάλλεται από τους ορεινούς όγκους. Στην απογραφή του 2001 είχε πληθυσμό των 2.102 κατοίκων, αριθμός ο οποίος αυξάνεται κατά τους θερινούς μήνες οπότε και επισκέπτονται οι Αθηναίοι τις παραθεριστικές τους κατοικίες. Η πυκνότητα δόμησης ορίζει 315 κατοίκους ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο γης.

Το κέντρο της κοινότητας εντοπίζεται μπροστά στη θάλασσα του Σαρωνικού, στον κόμβο των Λεωφόρων Σουνίου και Σαρωνίδος, απ'όπου καθίσται η περιοχή προσβάσιμη. Η Σαρωνίδα διαθέτει οργανωμένο ρυμοτομικό σχέδιο που απαρτίζεται από ημικυκλικές οδούς που ξεκινούν από το λόφο και συναντιώνται στην παραλιακή.

Η περιοχή, που παλαιότερα ονομαζόταν "ΠΕΥΚΑ ΓΙΟΥΡΝΤΑ", μετονομάστηκε σε "ΣΑΡΩΝΙΣ" το έτος 1965. Η ονομασία προέρχεται από τον Σαρωνικό Κόλπο, στον οποίο έχει θέα ο οικισμός. Μέχρι το 1979 υπαγόταν διοικητικά στην Κοινότητα Αναβύσσου, ενώ έκτοτε αναγνωρίζεται ως ανεξάρτητη Κοινότητα Σαρωνίδος.

Βόρεια της Σαρωνίδας βρίσκεται το Λαγονήσι και τα Καλύβια Θορικού, δυτικά βρέχεται από τον Σαρωνικό και νότια και ανατολικά της βρίσκεται η περιοχή της Αναβύσσου. Η περιοχή παρουσιάζει σημαντική τουριστική κίνηση και έχει μεγάλο αριθμό καλοκαιρινών κατοικιών λόγω της μεγάλης και αμμώδους παραλίας της. Τα τελευταία όμως χρόνια, όλο και περισσότεροι την επιλέγουν για μόνιμο τόπο κατοικίας τους.

 

Η Σαρωνίδα στην αρχαιότητα αποτελούσε έκταση της περιφέρειας του αττικού Δήμου Αιγιλίας που τοποθετείτο στην παράλια τριττύα, σύμφωνα με τη διοικητική διαίρεση του Κλεισθένους. Σήμερα συνιστά δημοφιλή παραθεριστική κοινότητα της Νοτιοανατολικής Αττικής οικοδομημένη στις ακτές του Σαρωνικού Κόλπου, στο ευρύτερο οικιστικό συγκρότημα της Λαυρεωτικής. Διοικητικά δε, υπάγεται στη Νομαρχία Ανατολικής Αττικής.

Καλύβια

Ο Κούρος της Βαλομάνδρας (570-550 π.Χ.) ο οποίος βρίσκεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο στην Αθήνα, είναι ο πιο αvτιπρoσωπευτικός της μέσης αρχαϊκής περιόδου. Βρέθηκε το 1900 στη Βαλομάνδρα των Καλυβίων. Διασώθηκε αφού κατασχέθηκε από αρχαιοκάπηλους, οι οποίοι τον μετέφεραν στην Αθήνα και δημοσιεύτηκε πρώτα από τον Καββαδία το 1902, ο οποίος έκανε ανασκαφή όλου του αρχαίου νεκροταφείου της Βαλομάνδρας. Βρίσκεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, έχει ύψος 1.79 μ. και χρονολογείται περίπου το 570-550 π.Χ. Είναι ο αντιπροσωπευτικότερος της Μέσης Αρχαϊκής Περιόδου (580-535 π.Χ.) και χαρακτηρίζει σύμφωνα με την Richter ολόκληρη ομάδα κούρων (Valomandra group). Κύρια χαρακτηριστικά της εξέλιξης των κούρων αυτής της περιόδου είναι ότι η διακοσμητική απόδοση έχει γίνει με πολλή επιτηδειότητα και παρόλο ότι η προέλευση από τους τετράπλευρους όγκους είναι ακόμα έκδηλη, τώρα δίδονται περισσότερες λεπτομέρειες του σώματος πιο στρογγυλεμένες. Οπωσδήποτε το κυριότερο χαρακτηριστικό είναι η κίνηση των κούρων που με τον Κούρο της Βαλομάνδρας αλλά και με τους κούρους της ίδιας περιόδου αρχίζει δειλά δειλά να διαγράφεται η εξέλιξη των κούρων των επόμενων περιόδων. Για την εποχή που βρέθηκε από τον Π. Καββαδία χαρακτηρίστηκε «το προκείμενον άγαλμα φαίνεται ον το τελειότατον των τοιούτου τύπου αγαλμάτων».

Τα Καλύβια αναγνωρίστηκαν ως χωριστή Κοινότητα Καλυβίων με Β.Δ. στις 31-8-1912  και μετονομάστηκαν σε Κοινότητα Καλυβίων Θορικού στις 25-7-1915 η οποία το 1994 μετονομάστηκε με ΠΔ (ΦΕΚ 133/30-8-1994) σε Δήμο Καλυβίων Θορικού. Αρχικά την Κοινότητα Καλυβίων Θορικού αποτελούσαν η κωμόπολη των Καλυβίων και ο Όλυμπος (δημιουργήθηκε πριν το 1923). Αργότερα διαμορφώθηκαν οι συνοικισμοί Καλύβια Παραλίας, Ανάβυσσος (αποσπάστηκε ως χωριστή κοινότητα το 1929), Παλαιά Φώκαια (αποσπάστηκε ως χωριστή κοινότητα το 1947) και Γκιουρντάς (Σαρωνίδα). Κατά την τελευταία εικοσαετία αναπτύχθηκαν οι παρακάτω οικισμοί: Αγίου Δημητρίου, Καλλιθέας, Γαλάζιας Ακτής (Χιερώμες), Αγίου Νικολάου, Λυκουρίζας, Λαγονησίου, Κιτέζας, Φοινικιάς, Τραμπουριάς, Ολύμπου, Φέριζας, Αγίας Τριάδας, Ράθια, Ταξιάρχες και Βαλομάνδρας.

Το πλήθος των σημαντικών αρχαιολογικών ευρημάτων που έχουν εντοπιστεί στην περιοχή των Καλυβίων από όλες τις αρχαιολογικές περιόδους, αποδεικνύουν ότι η κατοίκηση στην περιοχή χρονολογείται ήδη από τη νεολιθική εποχή.
Ευρήματα της περιόδου αυτής, έχουμε στη Λυκουρίζα, της εποχής του Χαλκού στη Φοινικιά και της Μυκηναϊκής περιόδου στoν Όλυμπο.

Από τη γεωμετρική περίοδο έχει βρεθεί το γεωμετρικό νεκροταφείο στη θέση Βαλομάνδρα, ένα "ιερό κορυφής" στο Πάνειο Όρος, πιθανός οικισμός στη θέση Βαλμά και το πλούσιο νεκροταφείο στον Άγιο Παντελεήμονα Αναβύσσου, πολλά από τα σημαντικά ευρήματα του οποίου βρίσκονται στο Μουσείο της Bραυρώνας. H μεγαλύτερη άνθιση όμως εμφανίζεται κατά την αρχαϊκή περίοδο. Τέσσερις σημαντικοί δήμοι έχουν εντοπιστεί στην περιοχή: τα Πρόσπαλτα (δυτικά των Καλυβίων), οι Θορές, οι Φρεάρριοι και η Αιγιλία (βρίσκονται στη κοιλάδα μεταξύ του Πανείου Όρους και του Λαυρεωτικού Ολύμπου προς την παραλία Αναβύσσου).

Κούροι
Σημαντικά επιτύμβια μνημεία έχουν βρεθεί στην περιοχή των Καλυβίων. Πέντε αγάλματα κούρων, από τους πιο χαρακτηριστικούς της Αττικής ανακαλύφθηκαν σε νεκροταφεία της αρχαϊκής περιόδου.

Ι. Κούρος της Νέας Υόρκης
(620-590 π.Χ.) από τα πρώιμα έργα της αρχαϊκής περιόδου, όλες του οι λεπτομέρειες είναι σχηματoπoιημένες και η στάση του είναι άκαμπτη. Βρέθηκε στην περιοχή του Ολύμπου.

ΙΙ. Κούρος της Βαλομάνδρας
(570-550 π.Χ.) ο οποίος βρίσκεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο στην Αθήνα, είναι ο πιο αvτιπρoσωπευτικός της μέσης αρχαϊκής περιόδου. Βρέθηκε σε λαθροανασκαφή στο αρχαίο νεκροταφείο της Βαλομάνδρας. Το σώμα του είναι πιο στρογγυλεμένο, τα πόδια πιο ψηλά και πιο λεπτά, η αναλoγία σώματος - κεφαλιού γίνεται πιο αρμονική και αρχίζει να διαγράφεται μια ελαφρά κίνηση.

ΙΙΙ. Κούρος του Μονάχου
(540-520 π.Χ.) από παριανό μάρμαρο. Η κορμοστασιά του παρουσιάζεται ρωμαλέα και η στάση του είναι λιγότερο άκαμπτη. Aυτός ο κούρος βρέθηκε στην περιοχή του Ολύμπου, έχει ύψος περίπου 2 μέτρα και βρίσκεται στη Γλυπτοθήκη του Μονάχου.

lV. Κούρος Κροίσος
(530 π.X.) βρέθηκε στην περιοχή Φοινικιά, στην επαρχιακή οδό Καλυβίων - Αναβύσσου, γι' αυτό και έχει "πολιτογραφηθεί" στην Ανάβυσσο. Είναι ένα από τα εντυπωσιακότερα γλυπτά αυτής της περιόδου, φτιαγμένο από παριανό μάρμαρο. Το σώμα του είναι ανδροπρεπές και ρωμαλέο, το πρόσωπό του είναι ιδιαίτερα εκφραστικό και η μορφή του λιγότερο σχηματοποιημένη. Σώζεται το βάθρο του στο οποίο υπάρχει μια συγκινητική επιγραφή για τον ναό Κροίσου "στάσου και θρήνησε μπροστά στο μνήμα του νεκρού Κροίσου που τον θανάτωσε ο βίαιος Άρης καθώς πολεμούσε στην πρώτη γραμμή".

V. Κούρος Αριστόδικος
(510-500 π.Χ.) βρέθηκε στην περιοχή του Ολύμπου, είναι από παριανό μάρμαρο και έχει ύψος 1,95 μέτρα. Οι ανατομικές λεπτομέρειες τού σχεδόν αθλητικού σώματος έχουν αποδοθεί πιο σωστά, η μετωπική στάση έχει χαλαρώσει και ήδη προαναγγέλεται η κλασσική περίοδος που θα ακολουθήσει.

Παλαιοχριστιανική - Βυζαντινή - Μεσαιωνική περίοδος
Η κατοίκηση της περιοχής είναι συνεχής από τα αρχαία χρόνια αλλά και σε όλη τη διάρκεια της Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής περιόδου. Σίγουρα υπήρχε οικισμός των πρώτων χριστιανικών χρόνων στον Όλυμπο όπου ανακαλύφθηκε παλαιοχριστιανική βασιλική και το ίδιο ισχύει για τις περιοχές των Ταξιαρχών και του Αγίου Γεωργίου.
Βυζαντινοί, μεταβυζαντινοί και μεσαιωνικοί οικισμοί υπήρχαν στην περιοχή Εννιάπυργων, στην περιοχή Μελισσουργού - Κάλμι και στην περιοχή Ολύμπου - Φερίζας. Οι περιοχές ήταν κατάλληλες γιατί ήταν μακριά από τη θάλασσα ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος των πειρατικών επιδρομών.

Παλαιοχριστιανικές βασιλικές
Ι. Ταξιάρχες
Ήταν τρίκλιτη βασιλική του 5ου-6ου αιώνα που σε επόμενες χρονικές περιόδους ανακατασκευάστηκε. Στη βυζαντινή περίοδο περιορίστηκε σε ένα κλίτος. Στην τελευταία περίοδο της Τουρκοκρατίας, τον 18ο αιώνα, αγιογραφείται από το γνωστό ζωγράφο από το Άργος, Γεώργιο Μάρκο και τους μαθητές του.

ΙΙ. Άγιος Γεώργιος.
Είναι ξυλόστεγη μονόκλιτη βασιλική στην οποία διακρίνονται τρεις οικοδομικές φάσεις: της παλαιοχριστιανικής, της βυζαντινής και της περιόδου της Τουρκοκρατίας. Από τη Βυζαντινή περίοδο έχει διασωθεί η τοιχογραφία που εικονίζει τη Δευτέρα Παρουσία (13ος αιώνας). Από την εποχή της Τουρκοκρατίας (18ος αιώνας) έχουν διατηρηθεί αγιογραφίες που αποδίδονται στον Γεώργιο Μάρκο.

ΙΙΙ. Βασιλική Λαυρεωτικού Ολύμπου
Τα ερείπια αυτής της τρίκλιτης παλαιοχριστιανικής βασιλικής που χρονολογούνται στον 5ο αιώνα μ.Χ. αποδεικνύουν ότι πρόκειται για ένα μεγαλοπρεπές μνημείο. Το δάπεδο της βασιλικής ήταν στρωμένο στο ιερό βήμα με ψηφιδωτό, στο μεσαίο κλίτος με μαρμάρινες πλάκες και στα πλάγια κλίτη καθώς και στους δύο νάρθηκες με λίθινες πλάκες.
Τα ψηφιδωτά του ιερού ήταν πολύχρωμα με φυτικό και γεωμετρικό διάκοσμο.
Η βασιλική φαίνεται ότι εξωτερικά διέθετε και βαπτιστήριο όπως και αυτή της Βραυρώνας και επιπλέον είχε διπλό νάρθηκα.

Βυζαντινοί και Μεταβυζαvτινoί ναοί
Ι. Άγιος Πέτρος (12ος αιώνας)
Είναι σταυροειδής εγγεγραμμένος ναός με κυλινδρικό τρούλο και βρίσκεται στη θέση Πύργοι.
Έχει θαυμάσιες τοιχογραφίες και διασώζεται μια επιγραφή με τη χρονολογία των τοιχογραφιών (1232 μ.Χ.). Ο ναός ωστόσο είναι προγενέστερος. Οι καλύτερα σωζόμενες είναι αυτές στο νάρθηκα του ναού και ειδικά εκείνες που παρουσιάζουν σκηνές οπό τη Δευτέρα Παρουσία.

ΙΙ. Παναγία Μεσοσπορίτισσα (Εισόδια της Θεοτόκου)Ανήκει στον σταυροειδή συνεπτυγμένο τύπο και έχει τον χαρακτηριστικό τρούλο που ονομάζεται "Αθηναϊκός" και έτσι μπορεί να χρονολογηθεί στον 11ο - 12ο αιώνα μ.Χ.
Δυστυχώς από αυτή τη φάση δεν έχουν διασωθεί τοιχογραφίες. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας χτίστηκε στη βόρεια πλευρά του αρχικού ναού ένα μικρό παρεκκλήσιο και οι λίγες τοιχογραφίες που διασώζονται, αποδίδονται στους μαθητές του Αργίτη ζωγράφου Γεωργίου Mάρκoυ.

Μεσαιωνικοί οικισμοί
Στις περιοχές Εννιάπυργοι, Κάλμι, Μελισσουργός και στον Λαυρεωτικό Όλυμπο έχουν διαπιστωθεί μεσαιωνικοί οικισμοί. Έχουν εντοπιστεί τα ερείπια τουλάχισιον δέκα εκκλησιών, αλλά δυστυχώς μέχρι σήμερα δεν έχει γiνει καμία λεπτομερής ανασκαφική έρευvα.

Εκκλησίες της Τουρκοκρατίας και μεταγενέστερες
Ι. Μεταμόρφωση του Σωτήρα (Αγία Σωτήρα)
των αρχών του 18ου αιώνα που βρίσκεται βόρεια των Καλυβίων. Είναι τρίκλιτη βασιλική με ημιεξαγωνική κόγχη (ιερό) και χτιστό τέμπλο.

ΙΙ. Ζωοδόχος Πηγή
στο Πάνειο Όρος που πιθανόν χτίστηκε στις αρχές του 18ου αιώνα.
Ανήκει στο σπάνιο τύπο ναού σχήματος ελεύθερου σταυρού που η τρουλοκαμάρα είναι παράλληλη με τον κύριο άξονά του.
Στην περιοχή που βρίσκεται η εκκλησία αυτή, υπήρχαν καλόγεροι που μόναζαν ήδη από τα τέλη του 17ου αιώνα.

ΙΙΙ. Άγιος Δημήτριος Σαρωνικού

Είναι ναός βυζαντινός και από τον τρόπο της τοιχοποιίας του, προκύπτει χρονολόγηση στον 11ο - 12ο αιώνα. Ως προς τον τύπο είναι μονόκλιτος, τρίκογχος με τρούλο. Στο κτιστό τέμπλο της εποχής της Τουρκοκρατίας υπάρχουν τοιχογραφίες στις οποίες εικονίζεται η Παναγία, ο Χριστός και ο Άγιος Ιωάννης.
Η Πλατυτέρα που έχει ζωγραφιστεί στην κόγχη του ιερού είναι έργο του τέλους του 18ου αιώνα.

 IV. Άγιος Δημήτριος (Τραπουριάς)
Ένας μικρός μονόχωρος, καμαροσκεπής ναΐσκος με τοιχογραφίες του 1745 και 1751 που αποδίδονται σε μαθητές του εργαστηρίoυ του ζωγράφου Γ. Μάρκου από το Άργος.

V. Παναγία Μεσοσπορίτισσα
(Εισόδια της Θεοτόκου). Στον Όλυμπο.
Δίκλιτη καμαροσκέπαστη βασιλική χτισμένη πάνω σε βάθρο από μεγάλους λαξευμένους λίθους που πιθανόν πpoέρχoνται από κοντινό αρχαίο ιερό. Οι τοιχογραφίες του με ωραία ζωηρά χρώματα χρονολογούνται στον 18ο αιώνα.

Άλλοι ναοί: Άγιος Ανδρέας, Αγία Τριάδα, Άγιος Νικόλαος (Λυκουρίζα)

VI. Ευαγγελισμός της Θεοτόκου

  Στη θέση που είναι χτισμένος σήμερα ο λαμπρός μητροπολιτικός ναός των Καλυβίων, στην κεντρική πλατεία, υπήρχε παλαιότερος μικρός ναός που είχε κτισθεί μετά την απελευθέρωση από τον Τουρκικό ζυγό. Αυτός ο ναός ήταν τρίκλιτη βασιλική.
Ο σημερινός ναός είναι βυζαvτινoύ ρυθμού (τρίκλιτη βασιλική με τρούλο) και θεμελιώθηκε το 1927.
Τα αρχικά σχέδια που στη συνέχεια τροποποιήθηκαν, είχε κάνει ο αρχιτέκτονας και αρχαιολόγος Αναστάσιος Κ. Ορλάνδος. Αν και είναι ένα από τα πρώιμα έργα του, θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ένα από τα αριστουργηματικά πρώιμα έργα του Ορλάνδου. Είvαι χτισμένος με πελεκητή πέτρα και έχει υπέροχες τοιχογραφίες με ζωηρά χρώματα.

Ο Δήμος Καλυβίων βρίσκεται στο νότιο άκρο της Αττικής και στην ευρύτερη περιοχή του, βρισκόταν οι τέσσερις Αρχαίοι Δήμοι: Πρόσπαλτα, Θορές, Αιγιλία και Φρεάρριοι. Μαρτυρίες για κατοίκηση έχουμε από τους αρχαιότατους χρόνους. Σημαντική κατοίκηση και ανάπτυξη της περιοχής φαίνεται να υπάρχει και κατά τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους. Ανάπτυξη έχουμε κατά τα Βυζαντινά χρόνια και την περίοδο της Φραγκοκρατίας. Μαζί με τους δήμους Μαρκοπούλου, Κορωπίου, Σπάτων, Παιανίας, Παλλήνης, Γλυκών Νερών, Γέρακα, Ραφήνας, Αρτέμιδος και τις κοινότητες Πικερμίου και Ανθούσας αποτελούν την περιοχή (κάμπο) των Μεσογείων. Νότια συνορεύει με την ευρύτερη περιοχή της Λαυρεωτικής που αποτελείται από τους δήμους Λαυρίου και Κερατέας και τις Κοινότητες Κουβαρά, Σαρωνίδας, Αναβύσσου, Παλαιάς Φώκαιας και Αγίου Κωνσταντίνου. Τα Καλύβια μαζί με τους παραπάνω δήμους και τις κοινότητες της Λαυρεωτικής αποτελούσαν παλαιότερα μία διοικητική ενότητα, τον ενιαίο Δήμο Θορικίων με έδρα την Κερατέα. Σύμφωνα με την απογραφή του 1896, τα Καλύβια ήταν ο δεύτερος σε μέγεθος οικισμός του Δήμου Θορικίων, με πληθυσμό 1.037 κατοίκους και πρώτο την Κερατέα με 2.507 κατοίκους. Σήμερα ο πληθυσμός του Δήμου Καλυβίων - σύμφωνα με την τελευταία απογραφή είναι 12.202 κάτοικοι.

Η Δημοτική Κοινότητα Καλυβίων έχει έκταση 70.415 στρέμματα. Το έδαφος είναι ημιορεινό. Η κωμόπολη έχει 110μ. υψόμετρο από τη θάλασσα και εκτείνεται ανάμεσα στο Πάνειο Όρος και την Αιματόριζα (Μερέντα).Από εδώ – βόρεια των Καλυβίων - ξεκινά και η κύρια πεδιάδα της περιοχής, η οποία εκτείνεται νοτιοδυτικά της κωμόπολης και φτάνει μέχρι το Λαγονήσι. Μικρότερης έκτασης πεδιάδα είναι και αυτή που εκτείνεται από την περιοχή του Ολύμπου και εφαπτόμενη με τα όρια της Αναβύσσου καταλήγει στον Σαρωνικό κόλπο. Οι ορεινοί όγκοι που βρίσκονται στα διοικητικά όρια της δημοτικής κοινότητας είναι το Πάνειο Όρος (Πανί), η Αιματόριζα (Μερέντα, Ριζαγκιάκου) και ο Λαυρεωτικός Όλυμπος (Σκόρδι). Από την περιοχή Στρογγύλι μέχρι την παραλία του Λαγονησίου εκτείνονται οι λόφοι Καμάριζα, Τίποτι, Πρόι-Λιόπεσι, Μάλιε-Κούκιες, Αγία Τριάδα- Μπόσκιζα και Ξελαυτάκι. Η έξοδος της δημοτικής κοινότητας προς τη θάλασσα, η παραλία του, έχει μήκος 7 περίπου χιλιόμετρα. Είναι ομαλή και προσβάσιμη και μερικώς αξιοποιημένη. Περιλαμβάνει τις περιοχές Λαγονήσι, Θέρμη, Κιτέζα, Λυκουρίζα, Αγιος Νικόλαος, Γαλάζια Ακτή-Χιερώμες και τμήμα του Αγίου Δημητρίου. Οι κύριες χρήσεις γης εντός των ορίων της δημοτικής κοινότητας είναι οι εξής: κατοικία περίπου 10.000 στρέμματα, γεωργική χρήση περίπου 35.000 στρέμματα, δάση και δασικές εκτάσεις περίπου 25.000 στρέμματα και βιοτεχνική-βιομηχανική περίπου 2.000 στρέμματα.

Η οικονομία της περιοχής τις τελευταίες δεκαετίες βασίζεται στον δευτερογενή και τριτογενή τομέα και μάλιστα τα τελευταία χρόνια σημειώνει ραγδαία εξέλιξη, ακολουθώντας τους ρυθμούς ανάπτυξης της ευρύτερης περιοχής των Μεσογείων, οι οποίοι επανακαθορίζονται με τη λειτουργία του αεροδρομίου των Σπάτων, τη λειτουργία της Αττικής οδού, την επέκταση των λιμανιών Λαυρίου και Ραφήνας καθώς και τη λειτουργία των ολυμπιακών αθλητικών εγκαταστάσεων στην περιοχή. Οι αλλαγές αυτές αποτυπώνονται ήδη στα τοπικά οικονομικά μεγέθη - παραγωγικός τομέας αλλά κυρίως στο εμπόριο και τις υπηρεσίες. Σημειώνεται σημαντική τάση εγκατάστασης νέων κυρίως μικρομεσαίων επιχειρήσεων στην περιοχή, έχει ήδη αναπτυχθεί το εμπορικό κέντρο της περιοχής ενώ σημαντική είναι η ανάπτυξη και του δικτύου υπηρεσιών εξυπηρέτησης των κατοίκων. Μείωση, αν όχι υποχώρηση, σημειώνει ο τομέας της γεωργίας. Σημαντικότερες καλλιέργειες στην περιοχή είναι το αμπέλι και η ελιά. Ραγδαία αύξηση υπάρχει στην ανοικοδόμηση της περιοχής, κυρίως για κατοικία. Η ζήτηση των οικοπέδων έχει αρχίσει να ξεπερνά την προσφορά ενώ οι τιμές των οικοπέδων συγκαταλέγονται στις υψηλότερες της Αττικής.

Παλαιά Φωκαία

Ταξίδι απο το χθες στο σήμερα... * Πεντηκόντορους χρησιμοποίησαν οι Φωκαείς στα μακρινά τους ταξίδια στη κεντρική και Δυτική Μεσόγειο, κατά τον Ηρόδοτο (Ιστορίαι, 1.163). * ...η αρχαία πόλη Φώκαια, που φημιζόταν για τους εφευρετικούς και τολμηρούς ναυτικούς της. Τα ταχύπλοα πλοία τους, οι περίφημοι πεντηκόντοροι με τα πενήντα κουπιά, διέσχιζαν ολόκληρη τη Μεσόγειο. * Οι Φωκαείς ήταν τολμηροί θαλασσοπόροι και πρώτοι κατασκεύασαν «πεντηκοντόρους νήες», ελαφρά πλοία με πενήντα κουπιά. Απέκτησαν πλούτο και δύναμη με το εμπόριο και ίδρυσαν πολλές αποικίες με σπουδαιότερη τη Μασσαλία το 600 π.X. Από την Μασσαλία διαδόθηκαν τα γράμματα στους γειτονικούς λαούς κι οι Φωκαείς έγιναν οι πρώτοι φορείς πολιτισμού στη δύση πριν τους Ρωμαίους. Αυτά γράφουν αρχαίοι και σύγχρονοι ιστορικοί για τους προγόνους μας... Το λογότυπο της Κοινότητας Παλαιάς Φώκαιας είναι μια απλή έκφραση για το ποιοι είμαστε και το τι πραγματοποιούμε. Είναι ένα μέρος της κληρονομιάς μας. Αναζητήσαμε μια εικόνα που θα χτίζει βήμα-βήμα την αναγνωρισιμότητα της πόλης μας, να συνδυάζει το παρόν με το μέλλον και να αποπνέει λιτότητα και σοβαρότητα. Η επιλογή του συνδυασμού θάλασσα - ναυσηπλοΐα, συμβολίζει το σημαντικό ρόλο των αρχαίων Φωκαέων στην πολιτιστική μας κληρονομιά και ακόμα συνδυάζει αρμονικά το παλιό με το νέο. Είναι μια σφραγίδα του παρελθόντος που θα συνοδεύσει την Παλαιά Φώκαια στις νέες προκλήσεις της σύγχρονης εποχής. Το νέο λογότυπο είναι μια σύνθεση της φιλοσοφίας που φέρουν η παράδοση και η νέα εποχή. Είναι επίσης ένας φόρος τιμής στις παραδοσιακές αξίες. Τα χρώματά του αποπνέουν δυναμισμό αλλά και υπευθυνότητα. Το σκούρο καφέ χρώμα αποδίδει σοβαρότητα , ενώ το πορτοκαλί ως θερμό χρώμα, εκφράζει το πάθος για την επίτευξη υψηλών στόχων. Το πορτοκαλί χρησιμοποιήθηκε για να εκφράσει επίσης το δυναμισμό, το συνεταιρισμό και τη φιλικότητα, ενώ το μπλε της θάλασσας το όραμα και τις αισιόδοξες προοπτικές της πόλης μας. Οι αξίες που επικοινωνεί είναι η αποτελεσματικότητα, το σθένος και η έντονη ενεργητικότητα, χωρίς όμως να υπάρχει «σπατάλη» δυνάμεων και πόρων. Αναζητήσαμε ένα εύστοχο λογότυπο που να εκφράζει την Παλαιά Φώκαια ως προς τη μελλοντική της εξέλιξη, χωρίς όμως να αποκόπτεται από το έντονο παρελθόν της. "Η νέα εμφάνιση και αίσθηση του λογοτύπου είναι μόνο η αρχή ενός ταξιδιού, που οδηγεί στην εξέλιξη, την ανάπτυξη και τη δέσμευση απένταντι στην κοινωνία και τους εαυτούς μας".

Αλεξανδροπούλου Ιωάννα , «Φώκαια (Αρχαιότητα)», 2005,
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία

http://www.ehw.gr/l.aspx?id=6636


Η Φώκαια, χτισμένη σε μια μικρή χερσόνησο ΒΔ της Σμύρνης, ήταν μια ιωνική πόλη σε αιολικό έδαφος. Η χερσόνησος πάνω στην οποία εκτεινόταν χώριζε τον κόλπο της Κύμης, μια αιολική περιοχή, από τον κόλπο του Έρμου, όπου ήταν χτισμένες η Σμύρνη και οι ΚλαζομενέςΟι αρχαίοι συγγραφείς παραδίδουν ότι η Φώκαια, η βορειότερη από τις 12 ιωνικές πόλεις, ιδρύθηκε από αποίκους της Φωκίδας με αρχηγό τον Αθηναίο Φιλογένη σε γη που τους παραχωρήθηκε από τους Κυμαίους. Η σύγχρονη έρευνα ωστόσο δέχεται πως η παράδοση αυτή ουσιαστικά απηχεί την προσπάθεια της πόλης των Αθηνών να εδραιωθεί ως πατρίδα όλων των Ιώνων. Ακόμη και η φωκική προέλευση των αποίκων δικαιολογείται από την προσφιλή μέθοδο της αρχαίας ιστοριογραφίας να θεωρεί τυχόν ομοιότητες μεταξύ ονομάτων ως ενδείξεις για την ύπαρξη ιστορικών σχέσεων.

Η πόλη πήρε το όνομά της μάλλον από το σχήμα των παρακείμενων νησιών που μοιάζουν με φώκιες (φώκαι). Το ζώο αυτό άλλωστε απεικονίζεται στον εμπροσθότυπο των νομισμάτων της ως «λαλούν σύμβολο».
Ανασκαφικές έρευνες έφεραν στο φως όστρακα της χαρακτηριστικής αιολικής μονόχρωμης κεραμικής του 9ου αι. π.Χ., ένδειξη ότι οι πρώτοι κάτοικοι της Φώκαιας ήταν Αιολείς. Η πόλη έγινε ιωνική το αργότερο τον 8ο αι. π.Χ. με την εγκατάσταση αποίκων από την Τέω και τις Ερυθρές. Η τόσο πρώιμη επικράτηση του ιωνικού στοιχείου στη Φώκαια τεκμηριώνεται από αρχαιολογικά δεδομένα, συγκεκριμένα από την πρωτογεωμετρική και γεωμετρική κεραμική που βρέθηκε εκεί. Ανάμνηση της μετάβασης από την αιολική στην ιωνική εθνική ενότητα διαφυλάσσεται στη μαρτυρία του Παυσανία. Σύμφωνα με αυτή, προκειμένου να γίνει δεκτή η Φώκαια στο Πανιώνιον, την πολιτική και θρησκευτική ένωση των ιωνικών πόλεων, έπρεπε να υποταχθεί σε μια ξενόφερτη βασιλική δυναστεία από την Τέω και τις Ερυθρές. Στο πλαίσιο της ιστορικής αυτής σχέσης ερμηνεύεται η υιοθέτηση από τη φωκαϊκή νομισματοκοπία του συμβόλου της πόλης της Τέω και η έκδοση από το νομισματοκοπείο των Ερυθρών, κατά το φωκαϊκό πρότυπο, μικρών νομισμάτων από ήλεκτρο ίσων με το 1/6 του στατήρα (έκτη).
Αλεξανδροπούλου Ιωάννα , «Φώκαια (Αρχαιότητα)», 2005,
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία

Τολμηρότατοι θαλασσοπόροι οι Φωκαείς, υπήρξαν κατά τη μαρτυρία του Ηροδότου οι πρώτοι Έλληνες που επιχείρησαν μακρινά ταξίδια στην Αδριατική, στο Τυρρηνικό πέλαγος και στο Βαλεαρικό, φθάνοντας ως την Ταρτησσό της Ιβηρικής Χερσονήσου. Εκεί έγιναν τόσο πολύ αγαπητοί στο ντόπιο βασιλιά, Αργανθώνιο, ώστε παροτρύνθηκαν από αυτόν να αφήσουν την Ιωνία και να μετοικήσουν στη χώρα του.
Η αποικιακή δραστηριότητα της Φώκαιας ξεκινάει ήδη από τα μέσα του 7ου αι. π.Χ. με την ίδρυση της Λαμψάκου στις ακτές του Ελλησπόντου και της Αμισού στον Εύξεινο Πόντο. Ήδη όμως πριν από το τέλος του 7ου αι. π.Χ. οι Φωκαείς στράφηκαν αποκλειστικά στην εκμετάλλευση της εμπορικής επικοινωνίας με την απώτατη Δύση. Χρησιμοποιώντας για τα ταξίδια τους τις ταχύτατες πεντηκοντόρους αντί για τα γνωστά στρογγυλά πλοία των Φοινίκων ίδρυσαν αποικίες κατά μήκος των ακτών της δυτικής Μεσογείου που σκοπό είχαν τη διασφάλιση των εμπορικών συναλλαγών τους με μακρινούς προορισμούς στη Δύση. Η ενίσχυση του φωκαϊκού εμπορικού δικτύου ήταν απαραίτητη, αφού οι ανταγωνιστές των Φωκαέων, Καρχηδόνιοι και Ετρούσκοι, ελάχιστα χαίρονταν από την άνοδο των πρώτων.

Ήδη γύρω στο 600 π.Χ. οι Φωκαείς ίδρυσαν τη Μασσαλία κοντά στην εκβολή του Ροδανού ποταμού, για να εξασφαλίσουν μία βάση για το εμπόριο με την Ισπανία. Όπως παραδίδει ο Στράβων, τους Φωκαείς αποίκους ακολούθησε η ιέρεια του Ναού της Αρτέμιδος στην Έφεσο και μεταφέροντας ένα λατρευτικό άγαλμα της θεάς μαζί της εισήγαγε τη λατρεία της στο νέο τόπο. Λόγω της θέσης της, στο τέλος μίας σημαντικής εμπορικής αρτηρίας κατά μήκος του ποταμού Ροδανού, η Μασσαλία αναπτύχθηκε πολύ γρήγορα σε μία από τις μεγαλύτερες ελληνικές αποικίες της Δύσης.

Δεν υπάρχει συμφωνία απόψεων μεταξύ των σύγχρονων ερευνητών για το εάν μία σειρά ελληνικών πόλεων κατά μήκος των ισπανικών και γαλλικών ακτών ιδρύθηκε από τη Φώκαια τον 6ο αι. π.Χ. ή αργότερα από τη Μασσαλία. Στο δίκτυο των αποικιών αυτών συγκαταλέγονται η Μαινάκη (κοντά στη σημερινή Malaga), το Ημεροσκοπείον και το Εμπόριον (Ampurias) στις ισπανικές ακτές, και μεταξύ άλλων η Νίκαια, η Αντίπολις και ο Μονοίκου λιμήν (Monaco) στη γαλλική ακτή.

Η δεύτερη μετά τη Μασσαλία σημαντικότερη βάση των Φωκαέων εμπόρων στη Δύση ήταν η Αλαλία στην Κορσική που ιδρύθηκε γύρω στο 570 π.Χ. Σύντομα, η δυτική λεκάνη της Μεσογείου θα μετατρεπόταν σε μια κλειστή θάλασσα, όπου θα κυριαρχούσαν μονοπωλιακά οι Φωκαείς μαζί με τους Μασσαλιώτες, αν στο μεταξύ δεν τερμάτιζε την ελληνική εξάπλωση η συμμαχία Ετρούσκων και Καρχηδονίων στη μάχη της Αλαλίας το 540 π.Χ.
Στα αρχαιολογικά δεδομένα της φωκαϊκής εξάπλωσης στη Δύση ανήκει μια κατηγορία αρχαϊκών χάλκινων οινοχόων, πιθανότατα φωκαϊκής προέλευσης, δείγματα της οποίας βρέθηκαν από την Αδριατική, την Ισπανία και τη Γαλλία ως τη Βρετανία. Την εξαιρετικά σημαίνουσα θέση της πόλης στον τομέα του εμπορίου πιστοποιεί και η ισχυρή νομισματοκοπία της ακόμη και κατά την περίοδο της περσικής κατοχής (546 π.Χ-480 π.Χ).

Αλεξανδροπούλου Ιωάννα , «Φώκαια (Αρχαιότητα)», 2005,
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία 

http://www.ehw.gr/l.aspx?id=6636


Πριν από την περσική εισβολή η Φώκαια, όπως όλες οι μικρασιατικές ελληνικές πόλεις, ήταν υποταγμένη στο βασιλιά των Λυδών,  (560 π.Χ.-546 π.Χ.). Ενόψει της περσικής απειλής οι ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας και των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου ζήτησαν τη βοήθεια της Σπάρτης και της Αθήνας στέλνοντας πρεσβεία με επικεφαλής τον Πύθερμο από τη Φώκαια. Το γεγονός αυτό δείχνει για πρώτη φορά ένα πνεύμα αλληλεγγύης μεταξύ των Ελλήνων ενόψει εξωτερικού κινδύνου. Τελικά, η κατάκτηση του Λυδικού βασιλείου από τους Πέρσες (546 π.Χ.) σήμανε μια βαθιά τομή στην ιστορία της πόλης. Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας από τον Πέρση στρατηγό  Άρπαγο, οι Φωκαείς για να αποφύγουν την αιχμαλωσία επιβίβασαν στα πλοία τις οικογένειες, το βιος τους και όλα τα αναθήματα και λατρευτικά αγάλματα από τα ιερά, και εγκατέλειψαν την πόλη τους.

Αφού οι Χίοι αρνήθηκαν να τους δώσουν τις Οινούσσες για να εγκατασταθούν, από φόβο μήπως χάσουν τα προνόμια που είχαν στο εμπόριο, οι Φωκαείς αποφάσισαν να αποπλεύσουν για την Αλαλία, την αποικία τους στην Κορσική. Πρώτα όμως επανέπλευσαν στην εγκαταλειφθείσα πατρίδα τους και αφού κατέσφαξαν την εκεί περσική φρουρά ορκίστηκαν να μην επιστρέψουν. Ήδη όμως κατά τη διάρκεια του απόπλου για την Κορσική οι μισοί ένιωσαν νοσταλγία και αποφάσισαν να γυρίσουν πίσω. Οι υπόλοιποι εγκαταστάθηκαν για μερικά μόνο χρόνια στην Αλαλία, διότι μετά τη μάχη εναντίον των Ετρούσκων και των Καρχηδονίων γύρω στο 540 π.Χ. αναγκάστηκαν να καταπλεύσουν προς το Ρήγιο και τελικά να βρουν μια νέα πατρίδα στην Υέλη (Ελέα-Velia) της Λευκανίας (Ιταλία). Παρά την περιορισμένη έκταση και το μικρό πληθυσμό σε σύγκριση με τη γειτονική Ποσειδωνία και τους κατοικούς της Λευκανίας, η Υέλη ακολούθησε τη δική της ανεξάρτητη ιστορική διαδρομή και σύντομα έγινε διάσημη ως γενέτειρα πόλη της ελεατικής φιλοσοφικής σχολής.
Ακόμη όμως και οι Φωκαείς που παρέμειναν ή επέστρεψαν στην πατρίδα τους κατόρθωσαν να ορθοποδήσουν πολύ σύντομα και να ανακτήσουν ένα μεγάλο μέρος από τα οικονομικά τους ερείσματα. Απόδειξη για την ακμή του φωκαϊκού εμπορίου στα χρόνια της περσικής κατοχής αποτελούν οι τουλάχιστον 17 νέες κοπές νομισμάτων, που χρονολογούνται στο διάστημα από το 545 π.Χ. έως το 522 π.Χ.
Η Φώκαια συμμετείχε στην Ιωνίκή επανάσταση (499 π.Χ.-494 π.Χ.) ενάντια στον περσικό ζυγό, αλλά στη ναυμαχία της Λάδης (494 π.Χ.) μπόρεσε να στείλει μόνο τρία πλοία. Η ατυχής έκβαση της επανάστασης δε φαίνεται να επηρέασε την οικονομική ζωή της πόλης, εάν κρίνουμε από την απρόσκοπτη στα χρόνια αυτά νομισματοκοπία της. Το τέλος της περσικής κυριαρχίας για τη Φώκαια, όπως και για όλη την Ιωνία, ήρθε το 479 π.Χ. με την ήττα των Περσών στη ναυμαχία της Μυκάλης. Αμέσως μετά (478/477 π.Χ.), η Φώκαια προσχώρησε στην Α΄Αθηναϊκή Συμμαχία με σχετικά χαμηλή ετήσια εισφορά αρχικά δύο και αργότερα τριών ταλάντων και παρέμεινε σε αυτή –με μια μικρή διακοπή (γύρω στα μέσα του 5ου αι. π.Χ.)– ως το 412 π.Χ. Στη συνέχεια η πόλη πέρασε υπό τον έλεγχο των Σπαρτιατών, όπου και παρέμεινε ως το 394 π.Χ. Τότε απελευθερώθηκε από τον Αθηναίο στρατηγό Κόνωνα, το νικητή της ναυμαχίας της Κνίδου. Η σπαρτιατική κατοχή φαίνεται να επηρέασε αρνητικά την οικονομία της πόλης καθώς παρατηρούνται επανειλημμένες παύσεις των νομισματικών κοπών.

Η απελευθέρωση από τη σπαρτιατική κυριαρχία δεν ήταν παρά μόνο ένα σύντομο επεισόδιο, αφού το 386 π.Χ. με την Ανταλκίδειο ειρήνη, η Φώκαια πέρασε μαζί με όλες τις μικρασιατικές ελληνικές πόλεις υπό τον έλεγχο των Περσών. Παρά την έλλειψη συγκεκριμένων ιστορικών μαρτυριών, υποθέτουμε ότι θα απελευθερώθηκε από την περσική κατοχή, όπως και όλη η Ιωνία, μετά τη νίκη του Αλέξανδρου στο Γρανικό (334 π.Χ.).

Στην Ελληνιστική εποχή η εμπορική δύναμη της Φώκαιας άρχισε να φθίνει σημαντικά και η πόλη δεν μπόρεσε ποτέ ξανά να ανακτήσει την ευμάρεια των προηγούμενων χρόνων. Ο θάνατος του Αλεξάνδρου το 323 π.Χ. σηματοδότησε μια νέα εποχή ανακατατάξεων για την ανατολική Μεσόγειο. Όσον αφορά την ιστορία της πόλης την περίοδο αυτή, είναι εφικτή η ανασύνθεση μόνο ενός γενικού πλαισίου, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν τότε στην περιοχή. Οι συνθήκες αυτές άλλαζαν ανάλογα με τις δυνάμεις που δρούσαν εκεί και η Φώκαια, όπως και οι γειτονικές της πόλεις, πέρασε διαδοχικά σε διαφορετικές σφαίρες επιρροής.
Μετά τη μάχη της Ιψού το 301 π.Χ., η Φώκαια ανήκε στο βασίλειο του Λυσιμάζου, αλλά ο θάνατός του στο Κουροπέδιο (Λυδία) το 281 π.Χ. σήμανε την αλλαγή στρατοπέδου και την υποταγή στο βασίλειο των Σελευκιδών. Ως τον πρώιμο 2ο αι. π.Χ. η πόλη αποτελούσε άλλοτε κτήση των Σελευκιδών και άλλοτε των Ατταλιδών, στην προσπαθειά και των δύο να εδραιώσουν την κυριαρχία τους στην περιοχή.
Στον πόλεμο της Ρώμης εναντίον του Σελευκίδη Αντιόχου Γ΄ (191 π.Χ.-190 π.Χ.) η Φώκαια υποστήριξε τον τελευταίο, που ηττήθηκε σε στεριά και θάλασσα από τους Ρωμαίους και τους συμμάχους τους, τους Ατταλίδες. Οι νικητές κυρίευσαν τη Φώκαια, κατέλαβαν το λιμάνι της και ύστερα από έναν ξεσηκωμό των απελπισμένων πολιτών, τη λεηλάτησαν (190 π.Χ.).
Ακολούθησε η ειρήνη της Απάμειας (188 π.Χ.) που επαναπροσδιόρισε τις σφαίρες επιρροής στη Μικρά Ασία. Η Φώκαια αναγνωρίστηκε ως αυτόνομη πόλη, υπό την επικυριαρχία όμως του Περγάμου που την εποχή αυτή γνώρισε μία άνευ προηγουμένου ακμή. Στο Ατταλιδικό βασίλειο προσαρτήθηκαν νέα εδάφη που απλώνονταν από τον Ελλήσποντο ως τον Ταύρο, απομονώνοντας τους Σελευκίδες στο εσωτερικό της Ανατολής. Η περίοδος αυτή έληξε με το θάνατο του Αττάλου Γ΄ (138 π.Χ.-133 π.Χ.) που κληροδότησε το βασιλειό του στη Ρώμη το 133 π.Χ. Πολύ γρήγορα ο Αριστόνικος, ένας απόγονος, καθώς λεγόταν, της Ατταλικής δυναστείας, συσπείρωσε γύρω του όλα τα δυσαρεστημένα με τη ρωμαϊκή ηγεμονία στοιχεία. Στην εξέγερση αυτή (133 π.Χ.-129 π.Χ.) που καταπνίγηκε από τους Ρωμαίους συμμετείχε και η Φώκαια. Γλίτωσε όμως από τα καταστρεπτικά αντίποινα των ρωμαϊκών λεγεώνων χάρη στη μεσολάβηση της Μασσαλίας.
Για τους επόμενους αιώνες η ιστορική πορεία της πόλης, τμήμα πια της ρωμαϊκής επαρχίας Ασίας, είναι άγνωστη. Εξαίρεση αποτελεί μόνο η παραδιδόμενη ανακήρυξή της σε “civitas libera” (ελεύθερη πόλη) από τον Πομπήιο (49/48 π.Χ.). Το κλίμα όμως ανάκαμψης και ευημερίας που εξασφάλισε στα κατοπινά χρόνια η Pax Romana σε ολόκληρη τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ευνόησε και τη Φώκαια, όπως προκύπτει από τις φιλολογικές και αρχαιολογικές μαρτυρίες.
Εκ νέου εμφανίζεται η Φώκαια στις βυζαντινές πηγές.

Αλεξανδροπούλου Ιωάννα , «Φώκαια (Αρχαιότητα)», 2005,
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία

http://www.ehw.gr/l.aspx?id=6636


Ακόμη και μεταγενέστεροι συγγραφείς κάνουν λόγο για τη θαλασσοκρατία των Φωκαέων στη δυτική Μεσόγειο κατά την Αρχαϊκή εποχή (7ος–6ος αι. π.Χ). Τη φήμη αυτή οφείλει η Φώκαια στο κερδοφόρο εμπόριο των μετάλλων –κασσίτερου και χαλκού– με τη Δύση. Ειδικά ο κασσίτερος, ένα ιδιαίτερα πολύτιμο μέταλλο, προερχόταν από τις Κασσιτερίδες Νήσους, που τοποθετούνται είτε στα νότια της Βρετάνης είτε στα ανοιχτά της αγγλικής Κορνουάλης. Για να εξασφαλίσουν οι Φωκαείς την προμήθεια του μετάλλου αυτού καθώς και του χαλκού στον ελληνικό κόσμο, ίδρυσαν, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, δύο κύριους σταθμούς, τη Μασσαλία και την Αλαλία. Το δε μονοπώλιο με την Ταρτησσό, κέντρο του εμπορίου των μετάλλων, εδραίωσε την κυριαρχία τους στον τομέα αυτό.

Μπορεί η περίοδος μέγιστης ακμής της πόλης να τοποθετείται στο α΄ μισό του 6ου αι. π.Χ., προτού την εγκαταλείψουν οι κάτοικοί της λόγω της περσικής εισβολής, το εμπόριο όμως, σύμφωνα με τα νομισματικά δεδομένα, συνέχισε να αποτελεί πλουτοπαραγωγική πηγή και κατά την περίοδο της περσικής κατοχής.

Η οικονομική ευρωστία της Φώκαιας δεν οφειλόταν μόνο στη ναυτική της δύναμη αλλά και στο γεγονός ότι ήταν διαμετακομιστικός σταθμός των προϊόντων της ενδοχώρας της Μικράς Ασίας. Ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στην οικονομία της διαδραμάτισε το νομισματοκοπείο, στο οποίο αποδίδεται η έκδοση μικρών νομισμάτων από ήλεκτρο ίσων με το 1/6 του στατήρα. Οι έκτες (βάρους 2,57 γραμμαρίων) κυριάρχησαν στη φωκαϊκή νομισματοκοπία για δύο αιώνες (6ος–4ος αι. π.Χ.) μαρτυρώντας τις ακμάζουσες συνθήκες στη ζωή της πόλης την περίοδο αυτή. Ειδικότερα οι στατήρες και οι έκτες που κόπηκαν τον 4ο αι. π.Χ., κατόπιν μιας νομισματικής σύμβασης μεταξύ Φώκαιας και Μυτιλήνης, έγιναν το κυρίαρχο τοπικό νόμισμα των πόλεων της δυτικής Μικράς Ασίας.

Αλεξανδροπούλου Ιωάννα , «Φώκαια (Αρχαιότητα)», 2005,
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία

http://www.ehw.gr/l.aspx?id=6636


Ιδιαίτερα διαδεδομένη στη Φώκαια ήταν η λατρεία της Αθηνάς, που ήταν και προστάτιδα θεά της πόλης. Η εικόνα της χαρασσόταν στα νομίσματα ως τους αυτοκρατορικούς χρόνους και ο ναός της συμπεριλήφθηκε από τον Παυσανία στους παλαιότερους και ωραιότερους της Ιωνίας, παρά τα έντονα σημάδια της καταστροφής που είχε προξενήσει η πολιορκία των Περσών (546 π.Χ.). Σήμερα δε σώζονται παρά μόνο αρχιτεκτονικά μέλη από το σημείο που έχει ταυτιστεί με τη θέση του ναού, τα οποία έχουν μεταφερθεί στο μουσείο της Σμύρνης.

Η αρχαιότερη μαρτυρία για τη λατρεία του Απόλλωνα στην πόλη προέρχεται από τους Ομηρικούς Ύμνους, ενώ τα αυτοκρατορικά νομίσματα τεκμηριώνουν τη συνέχειά της. Επιγραφικά μαρτυρείται και η λατρεία του Ασκληπιού με την ιδιότητα του σωτήρα και του Διονύσου, προς τιμή του οποίου εορτάζονταν τα Λήναια και τα Διονύσια, που συνοδεύονταν από δραματικούς αγώνες.

Εξέχουσα όμως θέση στη θρησκευτική ζωή της πόλης κατείχε η μητέρα των θεών, η Κυβέλη, που λατρευόταν σε πολλές θέσεις τόσο μέσα στην πόλη όσο και στα παρακείμενα νησιά. Η λατρεία της διαδόθηκε και στις φωκαϊκές αποικίες, τη Μασσαλία και την Υέλη. Τεκμήρια της διάδοσης αποτελούν τα αναθηματικά ανάγλυφα ενός βορειο-ιωνικού/αιολικού τύπου που απεικονίζουν τη θεά καθιστή μέσα σε ναΐσκο, γνωστά τόσο από τη μητρόπολη όσο και από τις αποικίες της. Πρόσφατα όμως αμφισβητήθηκε η σύνδεση των συγκεκριμένων αναγλύφων με την Κυβέλη με το επιχείρημα ότι το εικονογραφικό σχήμα τους υιοθετείται κατά την Αρχαϊκή εποχή για διάφορες θεότητες του ελληνικού κόσμου.

1914, ο πρώτος ξεριζωμός

Η περιγραφή της «Εξόδου» του ελληνικού πληθυσμού των πόλεων της Παλαιάς αλλά και της Νέας Φώκαιας από τις Μικρασιατικές ακτές της Ιωνίας μας οδηγεί στις αρχές του 19ου αιώνα.

Οι δυο πλη­θυσμοί, ο Ελληνικός και ο Τουρκικός, έχοντας κατακτήσει την ισορροπία της συμβίωσης και αποκαταστήσει σχέσεις που ελαχιστοποιούσαν προβλήματα και διαφορές, έφτασαν  σε μια περίοδο εξαιρετικά κρίσιμη (1914) όπου δυστυχώς αδυνατούσαν όπως ήταν φυσικό, να διαφυλάξουν την παραδοσιακή τους εμπιστοσύνη και θέληση, να πα­ραμείνουν σύνοικοι όπως παλιά.

Έτσι, μέσα στο κλίμα της εποχής που καθοριζόταν από τη εθνικιστική πολιτική των Νεότουρκων και του Α' Παγκοσμίου πολέμου, οι δεσμοί έσπασαν και η ρήξη οδήγησε για πρώτη φορά τον Ελληνικό πληθυσμό, στη φυγή και την εγκατάλειψη των περιουσιών του.

Η έκταση αλλά και η ένταση των διωγμών, που παρατηρήθηκαν αυτή την περίοδο στην ευρύτερη περιφέρεια της Παλαιάς Φώκαιας, είναι πρωτοφανείς.

Μέχρι το τέλος του Ιουνίου του 1914, ολόκληρος σχεδόν ο ελληνικός πληθυσμός είχε εγκαταλείψει την περιοχή.

Από τα αρχεία του ελληνικού υπουργείου περιθάλψεως της εποχής εκείνης, διαπιστώνεται ότι ο αριθμός των Ελλήνων, από την περιφέρεια της Φώκαιας, που έφτασε στην Ελλάδα, υπολογίζεται περί τις 18.000 και ως τόποι διαμονής αναφέρονται οι περιοχές της Μυτιλήνης, με 6.000 Φωκιανούς, της Θεσσαλονί­κης, με 3.000, της Αθήνας και του Πειραιά με 1.600, της Εύβοιας με 150, του Ηρακλείου Κρήτης με 150, της Καβάλας, της Χίου, του Βό­λου κ. ά.

Ειδικότερα, στην περιοχή της Μυτιλήνης, για την καλύτερη περίθαλψη των προ­σφύγων, η πόλη χωρίστηκε σε δέκα τμήματα, ένα από τα οποία αφορούσε αποκλειστι­κά στους Έλληνες από την περιφέρεια της Φώκαιας.

Ο αριθμός δε των Φωκιανών, που περιθάλφθηκαν στη Μυτιλήνη, ανερχόταν την 31.12.1918 στις 5.182.

Επίσης όπως αναφέρεται σε έκθεση του Υπουργείου Οικο­νομικών, στη περιφέρεια της Μακεδονίας, υπήρχαν 616 οικογένειες και συνολικά 2.510 πρόσφυγες από την Παλαιά και την Νέα Φώκαια.

Οι συγκεκριμένες περιο­χές, φιλοξένησαν τους Φωκιανούς μέχρι το 1919, στιγμή κατά την οποία επανέκαμψαν στην Φώκαια της Μικράς Ασίας.

Συνολικά, εκτός από ένα αριθμό 5.000 Φωκιανών, που προτίμησαν την παρα­μονή τους στην Ελλάδα και δεν επέστρεψαν ποτέ στη Φώκαια, η πλειοψηφία του ελληνικού πληθυσμού, περί τους 11.000, επανήλθε έως την 1η  Ιανουαρίου του 1921 και πολύ γρήγορα ξεπέρασε τα προβλήματα, αποκαθιστώντας τη συνέχεια της παρουσίας του.

Ο διωγμός του 1922

Οι σχέσεις όμως των δύο «κοινοτήτων», είχαν ήδη περάσει σε μια φάση ιδιαίτερα δύσκολη και προβληματική. Η τύχη των Ελλήνων της Φώκαιας, ακολούθησε τη μοίρα ολόκληρου του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας, που κρίθηκε ορι­στικά και δραματικά με την τελευταία φάση των πολεμικών επιχειρήσεων, τον Αύγουστο του 1922.

Οι Φωκιανοί, που κατάφεραν τη χρονική αυτή στιγμή να φτάσουν στην Ελλάδα, με κυριότερο ενδιάμεσο σταθμό τη Μυτιλήνη, διασκορπίστηκαν σε όλη τη χώρα.

Η εμπειρία του 1914 και ένα ένστικτο αυτοσυ­ντήρησης, τους οδήγησε σε επιλογές προσωρινής εγκατάστασης, που σε αρκετές περι­πτώσεις έμελλε να 'ναι οριστική.

Όσοι από τους Φωκιανούς έμειναν σ’ αυτές τις πρώ­τες επιλογές, και απέφυγαν μελλοντικές περιπλανήσεις, εντάχθηκαν, όπως ήταν φυ­σικό, μέσα σε γενικότερους σχεδιασμούς περίθαλψης και αποκατάστασης και αφο­μοιώθηκαν από μεγαλύτερες ομάδες προσφύγων.

Περιοχές όπως η Μυτιλήνη, το Πλωμάρι, το Ηράκλειο, το Ρέθυμνο, ο Βόλος κ. ά., φιλοξενούν σήμερα Φωκιανούς, χωρίς να μπορεί κανείς εύκολα να διαπιστώσει τον ακριβή αριθμό τους, αφού δεν υπάρχουν οργανωμένες ομάδες που διατηρούν το χαρακτηριστικό του ονόματος της Φώκαιας.

ΙΒΕ (Ίδρυμα Βυζαντινών Ερευνών) , Ράγια Έφη, «Φώκαια (Βυζάντιο)», 2003,
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία
http://www.ehw.gr/l.aspx?id=6635

Η Φώκαια μέχρι τον 11ο αιώνα
Η Φώκαια αναφέρεται μεταξύ των πόλεων της επαρχίας της Ασίας στο Συνέκδημο του Ιεροκλή (6ος αιώνας). Οι αφηγηματικές πηγές της Μέσης Βυζαντινής εποχής, οπότε η Φώκαια υπήχθη στο θέμα Θρακησίων, φαίνεται γενικά να την αγνοούν, εκτός από δύο περιπτώσεις: α) Κατά τον Σκυλίτζη, το 977 ο Θεόδωρος Καραντινός κατανίκησε στα ύδατα της Φώκαιας το στόλο του επαναστάτη Βάρδα Σκληρού. β) Στα τέλη του 11ου αιώνα η Φώκαια υπέστη τις συνέπειες της διείσδυσης των Σελτζούκων Τούρκων και η Άννα Κομνηνή παρέχει την πληροφορία ότι ο εμίρης της Σμύρνης Τζαχάς έθεσε την πόλη υπό την εξουσία του. Το γεγονός χρονολογείται περίπου στο 1088/9.
Η Φώκαια ως λιμάνι
Η Φώκαια βρισκόταν στα δυτικά παράλια της επαρχίας Ασίας, μεταξύ Σμύρνης και Κύμης. Συνδεόταν με δρόμους με την Πέργαμο και τη Σμύρνη. Η πρόσβαση από το βορρά προς την πεδιάδα του Μεμανιωμένου και τη Σμύρνη γινόταν μέσω Φώκαιας. Εξαιτίας της θέσης της υπήρξε σημαντικό λιμάνι που χρησιμοποιήθηκε κατά την Πρώιμη και Μέση Βυζαντινή εποχή κυρίως ως ενδιάμεσος σταθμός από πλοία που ταξίδευαν προς την Ανατολή κατά μήκος των μικρασιατικών ακτών. Μάλιστα εμφανίζεται ως λιμάνι-σταθμός σε ρωσικά σταδιοδρομικά. Ο Πιρί Ρεΐς (16ος αιώνας) δίνει μια καλή περιγραφή των ακτών της Φώκαιας και των λιμανιών της. Η σημασία της Φώκαιας ως λιμανιού επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι οι Βενετοί έμποροι απέκτησαν σε αυτή δικαιώματα άσκησης ελεύθερου εμπορίου το 1082, με το πρώτο χρυσόβουλλο που παραχωρήθηκε στους Βενετούς. Η Φώκαια αναφέρεται και στο σχετικό χρυσόβουλλο του 1148, αλλά παραλείπεται στο χρυσόβουλλο του 1198 καθώς και στην Partitio Romaniae(1204). Έτσι, μολονότι η Φώκαια φαίνεται να είχε σημασία ως λιμάνι για τους ίδιους τους Βυζαντινούς ώστε να τη συμπεριλάβουν στα πρώτα χρυσόβουλλα, είχε περιορισμένη σημασία για τους Ιταλούς εμπόρους. Η έλλειψη πηγαϊκών δεδομένων δεν βοηθά στην περαιτέρω διερεύνηση του εμπορικού ρόλου της Φώκαιας κατά την εποχή αυτή.
Γενουατική κυριαρχία
Η σημασία της Φώκαιας αυξάνεται το 13ο αιώνα μετά την ενίσχυση της θέσης των Γενουατών στην αυτοκρατορία με τη συνθήκη του Νυμφαίου (1261). Οι Γενουάτες έμποροι δεν απέκτησαν δική τους συνοικία στην πόλη της Φώκαιας, αλλά ο Γενουάτης Μανουέλε Ζακαρία (Zaccaria) απέκτησε, έναντι της καταβολής ετήσιου χρηματικού αντιτίμου, το αποκλειστικό δικαίωμα της εκμετάλλευσης των φυσικών αποθεμάτων στυπτηρίας που υπήρχαν στην περιοχή. Το γεγονός τοποθετείται μετά το 1261 και πριν από το 1268. Η παραχώρηση του μονοπωλίου της στυπτηρίας σε Γενουάτες είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση του εμπορικού ανταγωνισμού μεταξύ Βενετίας και Γένουας, που οδήγησε σε σφοδρή αντιπαράθεση των δύο δυνάμεων στο Αιγαίο. To 1296 η Φώκαια καταστράφηκε από το στόλο του Βενετού Ruggero Morosini στα πλαίσια βενετογενουατικού πολέμου. Το 1302 η Φώκαια υπέστη νέα επιδρομή από τους Βενετούς. Ωστόσο οι Ζακαρία συνέχισαν να ελέγχουν την πόλη και μάλιστα την υπεράσπισαν κατά των Οθωμανών. Μάλιστα κατά τον Παχυμέρη, το 1303/4, όταν ολόκληρη η δυτική Μικρά Ασία είχε κατακλυστεί από τους Οθωμανούς, μόνο οι πόλεις που βρίσκονταν υπό τους Γενουάτες παρέμεναν ασφαλείς. Εξαιτίας της εγγύτητας της Φώκαιας με τη Χίο, οι Ζακαρία ζήτησαν και έλαβαν το νησί, το οποίο τους παραχωρήθηκε από τον αυτοκράτορα Ανδρόνικο Β΄ Παλαιολόγο(1304). Η Χίος προορίστηκε, λόγω της θέσης της, να προστατεύει τη Φώκαια από τους πειρατές. Στα πλαίσια διαμάχης μεταξύ των κληρονόμων των Ζακαρία, η Φώκαια λεηλατήθηκε από την ΚΑταλανική Εταιρία (26 Μαρτίου 1307) και στη συνέχεια πέρασε στην ηγεμονία της οικογένειας των Κατανέο (Cattaneo) (πιθανώς γύρω στο 1314).

Η ιστορία της Φώκαιας στο εξής συνδέεται στενά με την τύχη της Χίου και αποτελεί ακανθώδες ζήτημα στις βυζαντινογενουατικές σχέσεις. Ο Ανδρόνικος Γ΄ Παλαιολόγος(1328-1341) ανέκτησε τη Χίο το 1329 και κατόπιν έγινε δεκτός με τιμές στη Φώκαια, όπου έμεινε λίγες μέρες. Όπως φαίνεται από τη σχετική διήγηση στην Ιστορία του Ιωάννη Καντακουζηνού, μετέπειτα Ιωάννη ΣΤ΄ (1347-1354), ο Ανδρόνικος Γ' επικαλέστηκε δικαιώματα επικυριαρχίας στη Φώκαια. Λίγα χρόνια αργότερα ο Ανδρόνικος Γ' Παλαιολόγος πολιόρκησε τη Φώκαια επειδή ο Γενουάτης Ντομένικο Κατανέο είχε επιτεθεί στη Λέσβο. Στην πολιορκία βοήθησαν Τουρκομάνοι των εμιράτων του Σαρουχάν και του Αϊδινίου, που υφίσταντο κάθε χρόνο τις επιδρομές των Γενουατών στα εδάφη τους. Στα πλαίσια των επιχειρήσεων αυτών υπεγράφη η συνθήκη της Ερυθραίας μεταξύ των Βυζαντινών και του εμιράτου του Αϊδινίου (1335). Κατόπιν τούτων η Φώκαια συνθηκολόγησε το χειμώνα του 1335/6. Ύστερα από διαπραγματεύσεις, οι Γενουάτες παρέμειναν να κυβερνούν την πόλη. Ωστόσο το 1340, ενώ απουσίαζε από την πόλη ο Ντομένικο Κατανέο, οι κάτοικοι της Φώκαιας εξεγέρθηκαν, δολοφόνησαν τους Γενουάτες που βρίσκονταν μέσα στην πόλη και διακήρυξαν την πίστη τους στον αυτοκράτορα.

Mahone (Μαόνα) της Χίου
Κατά τη διάρκεια του β' εμφύλιου πολέμου (1341-1347), η Χίος και η Φώκαια επανήλθαν σε γενουατική κυριαρχία υπό τον Γενουάτη Simone Vignoso (Σεπτέμβριος 1346), ο οποίος διόρισε τον Τζυβό κυβερνήτη της Φώκαιας. Με τη συνθήκη του 1346 απαγορεύτηκε σε μέλη της οικογένειας των Ζακαρία και των Κατανέο να έχουν οποιοδήποτε αξίωμα στην πόλη, να διαμένουν σε αυτή ή να αντλούν εισοδήματα. Την οικονομική εκμετάλλευση της Χίου, της παλαιάς και της Νέας Φώκαιας διατήρησε η λεγόμενη εταιρεία Mahone (Μαόνα) της Χίου, που σύστησαν οι πιστωτές της Πολιτείας της Γένουας. Το διακανονισμό αυτό δεν ήταν εύκολο να τον ανεχθεί ούτε ο βυζαντινός πληθυσμός των περιοχών αυτών ούτε ο νέος αυτοκράτορας Ιωάννης ΣΤ' Καντακουζηνός (1347-1354). Έτσι ο Τζυβός προσπάθησε με βοήθεια από τον Ιωάννη ΣΤ' να ανακαταλάβει τη Χίο, αλλά απέτυχε (1349). Ο πληθυσμός εντέλει παρέδωσε την πόλη στον Ιωάννη ΣΤ' , ο οποίος διόρισε κυβερνήτη τον Λέοντα Καλόθετο, που συνέχισε να κυβερνά την πόλη τουλάχιστον μέχρι το 1363.

Την περίοδο αυτή ο βυζαντινός πληθυσμός της πόλης είχε επιδοθεί στην πειρατεία και μάλιστα συνέλαβε τον μικρότερο γιο του σουλτάνου Ορχάν, στον Αστακηνό κόλπο της Νικομήδειας, τον οποίο εξαγόρασε έναντι υπέρογκων λύτρων ο αυτοκράτορας Ιωάννης Ε΄Παλαιολόγος (1356/7). Η ανάμειξη της Γένουας στη διαμάχη μεταξύ του Ιωάννη Ε' Παλαιολόγου (1341-1391) και του γιου του, του Ανδρονίκου Δ΄ Παλαιολόγου (1376-1379), είχε ως αποτέλεσμα οι Βενετοί να προσπαθήσουν να αποσπάσουν τη Φώκαια από τους Γενουάτες (1378). Στην ταραγμένη εποχή που ακολούθησε τον β' εμφύλιο πόλεμο η Mahone διατήρησε τα δικαιώματα εκμετάλλευσης της στυπτηρίας . Κατά την περίοδο αυτή, η Φώκαια φαίνεται ότι βρισκόταν υπό τη διοίκηση ενός Γενουάτη podesta (που είχε επίσης τη διοίκηση της Χίου και της Νέας Φώκαιας, της επέκτασης κατ’ ουσίαν της πόλης της Φώκαιας), και ενός καστελάνου, ο οποίος με το διορισμό του ορκιζόταν ότι θα κυβερνούσε εκ μέρους των μετόχων της «Μαόνας» και ουδέποτε θα παρέδιδε το κάστρο στην κοινότητα, δεσμευόταν μάλιστα με αστική ρήτρα. Η παλαιά Φώκαια κατελήφθη από τον Francesco Gattilusi, ηγεμόνα της Λέσβου, το 1402. Η πόλη της Φώκαιας κατακτήθηκε από τους Οθωμανούς το 1455.

Μεταλλεία και εμπόριο
Τα μεταλλεία στυπτηρίας της Φώκαιας βρίσκονταν στους λόφους στα ανατολικά της πόλης. Η ποιότητα του μεταλλεύματος, που χρησίμευε στη βαφή υφασμάτων, ήταν η καλύτερη που υπήρχε εκτός της περιοχής του Εύξεινου Πόντου. Οι Ζακαρία φρόντισαν για την ανέγερση δαπανηρών εγκαταστάσεων για την επεξεργασία του προϊόντος. Το 1307 κατοικούσαν στη Φώκαια περίπου 3.000 άνθρωποι (γηγενής πληθυσμός) που ασχολούνταν με την εξόρυξη του μεταλλεύματος. Οι Ζακαρία προσέλκυσαν για το σκοπό αυτό και μεγάλο αριθμό ανθρώπων ιταλικής καταγωγής, που προήλθαν είτε από την ίδια τη Γένουα είτε από την εμπορική τους παροικία στο Πέραν. Μαρτυρούνται ναυτικοί, καλαφάτες, γραφείς, καθώς και ένας γιατρός. Τα κέρδη των Ζακαρία αυξήθηκαν τόσο ώστε μπόρεσαν να χτίσουν έναν νέο οικισμό στην περιοχή, που ονομάστηκε Νέα Φώκαια και το όνομά του παραμένει το ίδιο ακόμα και σήμερα (Yenı Foca). Η νέα Φώκαια προορίστηκε για να στεγάσει τον πληθυσμό που ασχολούνταν κυρίως με την εξόρυξη. Σε αυτήν διέμεινε για κάποιο διάστημα και ο ιστοριογράφος Μιχαήλ Δούκας (15ος αιώνας).

Εκτός από τη στυπτηρία, η Γένουα εισήγε από τη Φώκαια μεγάλες ποσότητες σιτηρών (που μάλιστα μαζί με τις εισαγωγές από τις άλλες ανατολικές παροικίες της έφθανε στο 77% των προμηθειών της Γένουας σε σιτηρά). Ως λιμάνι, η Φώκαια έγινε ενδιάμεσος σταθμός για τη διακίνηση του εμπορίου της μαστίχας που εξαγόταν από τη Χίο.

Χάρης Μπαμπούνης


Δύο χρόνια, έξι μήνες και δεκαπέντε ημέρες μετά την άλωση της Πόλης από τους Τούρκους και 366 χρόνια από τότε που προσωρινά εξουσίασε την περιοχή ο Τούρκος Τζαχά, η Φώκαια καταλαμβάνεται από τους Οθωμανούς.

Από το 1500 νέο, μάλλον μικρότερο μεταναστευτικό ρεύμα από την ηπειρωτική Ρωμιοσύνη ενισχύει τον εκεί ελληνισμό.

Κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1821, της κορύφωσης μιας μακράς επαναστατικής ελληνικής δραστηριότητας υπό την επίδραση της εθνικής και κοινωνικής αναγκαιότητας, το ελληνικό στοιχείο της Παλαιάς και της Νέας Φώκαιας δοκιμάστηκε ιδιαίτερα.

Αρκετοί από τους κατοίκους θα καταφύγουν στα νησιά του Αιγαίου και ιδιαίτερα στα Ψαρά.

Οι Ψαριανοί μάλιστα χρησιμοποίησαν τη Φωκαϊκή ακτογραμμή και τα επτά νησιά της για τις ναυτικές τους επιχειρήσεις.

Η ζωή θ’ αρχίσει να επανευρίσκει τους ρυθμούς της μάλλον μετά το β΄ μισό του 19ου αι. με τη συνθήκη της Κάλιτζας (1855).

Σ’ αυτό συνετέλεσαν :

-      η αποκατάσταση των σχέσεων Ελλάδας – Τουρκίας

-      η εγκατάσταση Ελλήνων απ’ όλα σχεδόν τα μέρη του ελληνικού κράτους, τα Επτάνησα και τη Θεσσαλία

-      καθώς και η αύξηση του ενδιαφέροντος για το εμπόριο.

Υπογραμμίζεται ότι τη Νέα Φώκαια επέλεξαν Κυκλαδίτες, κυρίως μετανάστες από την Κύθνο.

Τα πληθυσμιακά στοιχεία που υπάρχουν είναι εύγλωττα.

Ο πληθυσμός της Παλαιάς Φώκαιας από το 1879 έως το 1908 όταν φτάνει τις 9000 ψυχές, αυξάνεται κατά 66,17%, εκ των οποίων το ελληνικό στοιχείο κυμαίνεται από 66,66% - 81,77%, ενώ το υπόλοιπο καλύπτεται από τους Τούρκους, οι οποίοι εμφανώς πυκνώνουν την παρουσία τους από τις αρχές του 20ου αιώνα.

Ο Félix Sartiaux / Φελίξ Σαρτιώ (1876-1944), Γάλλος αρχαιολόγος και µηχανικός, ήταν ο πρώτος που οργάνωσε αρχαιολογικές ανασκαφές στην Αρχαία Φώκαια για περίπου δύο χρόνια (1913-1914). Όταν ξέσπασε ο διωγµός της Φώκαιας βρέθηκε σ' αυτή για δεύτερη φορά και οι διωκόµενοι Φωκιανοί βρήκαν προστασία κοντά του κάτω από την σηµαία της Γαλλικής ∆ηµοκρατίας. Ο Σαρτιώ έγινε µάρτυρας όλων των γεγονότων του Μαΐου -Ιουνίου του 1914. Το 1919-1920 επέστρεψε στην Φώκαια µαζί µε τους Φωκιανούς. Φωτογράφισε όλες τις στιγµές, χαράς και θλίψης αυτού του τόπου. ∆ηµοσίευσε κείµενα και µερικές φωτογραφίες από όσα έχει ζήσει και δει σαν µάρτυρας του διωγµού. Όλο του το έργο είναι αφιερωµένο στην τέχνη της Μικράς Ασίας µε επίκεντρο την Φώκαια.

Η πρόσφατη ανακάλυψη, πρώτα όλου του φωτογραφικού του υλικού µε θέµα τη Φώκαια και ακολούθως του αρχείου του µε όλα τα άρθρα και τις σηµειώσεις του για τα θλιβερά γεγονότα του 1914, µας φανερώνουν το πιο σηµαντικό µάρτυρα και πιστό φίλο του ελληνισµού της Φώκαιας που τόσο αγάπησε και υποστήριξε σ' όλες της δύσκολες στιγµές της ύπαρξης του.

Η ανακάλυψη των φωτογραφιών του Φελίξ Σαρτιώ και η επανεμφάνιση ενός ξεχασμένου δράματος: Φώκαια, Ιούνιος 1914.

Σημείωμα του ιστορικού φωτογραφίας Χάρη Γιακουμή για το ιστορικό λεύκωμα "Φώκαια 1913-1920, η μαρτυρία του Felix Sartiaux"


Αυτό το βιβλίο θα μπορούσε να μην είχε γίνει ποτέ. H απουσία του όμως από τα χέρια του αναγνώστη και τα ράφια των βιβλιοθηκών, θα στερούσε για πάντα μία ολόκληρη κοινότητα από το δικαίωμα να κρατήσει ζωντανή τη μνήμη της ιστορίας της. Τα ενενήντα τόσα χρόνια που χωρίζουν τις φωτογραφικές μαρτυρίες αυτές με το σήμερα, είναι ακριβώς μία γενιά ολόκληρη. Αυτή η γενιά των τελευταίων Ελλήνων που έζησαν στις αρχές του 20ου αιώνα στα Μικρασιατικά παράλια, είχε την ατυχία να ζήσει όχι ένα, αλλά δύο διωγμούς, το 1914 και  1922. Ο πρώτος διωγμός του Ιουνίου του 1914 που τον έζησαν κυρίως οι κάτοικοι της περιοχής της Παλαιάς και της Νέας Φώκαιας, έμεινε άγνωστος στην συλλογική μνήμη λόγω απουσίας φωτογραφικών τεκμηρίων. Τα μόνα τεκμήρια που είχαμε ήτανε μνήμες άυλες, αυτές που έφεραν μαζί τους οι Φωκιανοί πρόσφυγες, αυτές που μπόρεσαν και κράτησαν σαν φυλακτά, βαθιά μέσα στη ψυχή τους. Με τις αφηγήσεις στα παιδιά και στα εγγόνια τους καταφέρανε όσο μπορούσαν να μεταφέρουν έως τις μέρες μας την εικόνα της χαμένης τους πατρίδας. Μια εικόνα, που όσο περνούσε ο καιρός και έφευγε ο ένας μετά τον άλλον από τη ζωή, χανότανε και αυτή σιγά - σιγά.

Η εύρεση των φωτογραφιών του Φελίξ Σαρτιώ όμως έρχεται να συγκεκριμενοποιήσει μια για πάντα την ιστορία αλλά και το δράμα αυτού του τόπου. Ενός τόπου με ιδιαίτερα ένδοξη ιστορία. Οι Φωκιανοί είναι αυτοί που στον 6ο αιώνα π.Χ. ίδρυσαν την πόλη της Μασσαλίας αλλά και άλλες αποικίες και έτσι διέδωσαν στα νότια παράλια της Γαλλίας και γενικά στη δυτική Μεσόγειο τον ελληνισμό και τον πολιτισμό.

Η εύρεση πρώτα των φωτογραφιών και ακολούθως της βαλίτσας με τ’ αρχεία του Σαρτιώ για τη Φώκαια μοιάζει σαν ένα απίστευτο παραμύθι.

Όλα άρχισαν μετά από ένα τηλεφώνημα ένα πρωινό του Μαΐου του 2005 ενός φίλου Τούρκου, ενός Τούρκου που πρέπει να σημειώσουμε ότι μας φέρνει πάντα μεγάλη τύχη. «Έλα να δεις ελληνικές φωτογραφίες». Είχε αγοράσει την προηγούμενη μέρα ένα μεγάλο αριθμό φωτογραφιών από ένα Γάλλο έμπορα, ο οποίος με τη σειρά του τις αγόρασε μόλις μια μέρα πριν, σε δημόσιο πλειστηριασμό στο Παρίσι. Οι φωτογραφίες, ένα σύνολο από γυάλινες στερεοσκοπικές πλάκες ταξινομημένες ανά περιοχή σε ειδικές θήκες. Εικόνες που συνηθίζει να βλέπει κάποιος όταν ασχολείται με το παρελθόν και γενικά με την οπτική ιστορία των τόπων και των ανθρώπων. Με ένα πρώτο βλέμμα, φωτογραφίες της Ελλάδας της εποχής των αρχών του 20ου αιώνα (Αθήνα, Πελοπόννησος, Σύρος, Τήνος, Σαντορίνη…) και επίσης των πρόσφατα ενσωματωμένων νήσων (Μυτιλήνη, Χίο, Σάμος, Κρήτη…). Μνημεία γνωστά και κάποια άγνωστα με ανθρώπους χαμένους στα ερείπια τους, αλλά και στους δρόμους των πόλεων και της επαρχίας, πλοία να διασχίζουν το Αιγαίο… Για την ώρα τίποτα το τραγικό ή το συνταρακτικό. Ξαφνικά η πρόταση του να μου δείξει και κάποιες άλλες εικόνες, κρυμμένες κάπου αλλού με θέμα τη Μικρά Ασία. Με μια πρώτη ματιά διαπιστώνουμε ότι πρόκειται για κάποιο γεγονός τραγικό. Διακρίνεται καπνός να συνεχίσει τις ανασκαφές του. Ανακαλύπτουμε ότι ένα βιβλίο έχει γραφτεί από το Φελίξ Σαρτιώ το 1914 με τον τίτλο Le sac de Phocée et l’expulsion des Grecs ottomans d’Asie-Mineure (Η λεηλασία της Φώκαιας και ο εκδίωξη των Ελλήνων Οθωμανών της Μικράς Ασίας).

Μετά από την ανάγνωση αυτού του κειμένου των 36 σελίδων, όπου αναφέρονται αυτά που είδε και έζησε ο Σαρτιώ μέρα προς μέρα, διαπιστώνουμε ότι οι φωτογραφίες αυτές είναι το

συμπλήρωμα, η οπτική του μαρτυρία και ότι δεν έχουν εκδοθεί ποτέ. Καταλαβαίνουμε ότι η ευθύνη μας είναι μεγάλη, έχουμε στα χέρια μας ένα φωτογραφικό αρχείο που πιστοποιεί το ξεχασμένο δράμα ενός λαού. Ένα τεκμήριο που θα μπορούσε να μην βγει ποτέ στην επιφάνεια, που θα μπορούσε να έμενε στα χέρια αυτών που ίσως έκριναν ότι δεν είναι ώρα να θυμόμαστε περασμένες ιστορίες και ευθύνες. Αλλά η ιστορία όταν αποφασίσει να βγει στην επιφάνεια κανείς δεν μπορεί να τη σταματήσει. Και αυτό είναι σίγουρο ότι αποφάσισε τώρα. Μετά από ένα χρόνο μελέτη, ταξινόμηση, χρονολόγηση και γενικά κατανόηση του φωτογραφικού υλικού, κάποιος μας δίνει μία πληροφορία που μας οδηγεί στο δεύτερο θησαυρό. « Στο Μουσείου του Λούβρου, σε κάποιο γραφείο, μία βαλίτσα που χαρίστηκε ιδιωτικά από κάποια ηλικιωμένη κυρία, έχει κάτι μέσα που μπορεί να σας ενδιαφέρει ». Πάμε στο Λούβρο και μας περιμένει πάνω σ’ ένα τραπέζι μία δερμάτινη βαλίτσα με το όνομα Σαρτιώ, γεμάτη αρχειακό υλικό ειδικά για τα γεγονότα του διωγμού της Φώκαιας. Μέσα σ’ αυτά τα χαρτιά δεσπόζει μία φωτογραφία του Εθνομάρτυρα Χρυσοστόμου Σμύρνης με ιδιόχειρη αφιέρωση στο Σαρτιώ, ως ένδειξη ευγνωμοσύνης για όσα έκανε για τη σωτηρία των Φωκιανών. Λίγους μήνες μετά βρέθηκε και ο τρίτος θησαυρός, στα επίσημα αρχεία αυτή τη φορά του τμήματος ελληνικής τέχνης του Λούβρου, ένα μικρό σύνολο φωτογραφιών, χαρισμένο από τη χήρα του Σαρτιώ εις μνήμη του συζύγου της, ήρθε να συμπληρώσει τις υπόλοιπες μας εικόνες. Από τώρα και στο εξής πιστέψαμε ότι η Ιστορία μας κτύπησε την πόρτα και μας ζήτησε να μεσολαβήσουμε για να παρουσιάσουμε τη «Μνήμη» στους νόμιμους κατόχους της. Βρήκε ότι ο χρόνος που πέρασε ήταν αρκετός και έπρεπε να βιαστεί να προλάβει έστω και ένα που να έχει βιώσει το διωγμό και να είναι ακόμα εν ζωή. Το γνωστό γνωμικό που λέει «κάλιο αργά παρά ποτέ» σ’ αυτή την περίπτωση βγήκε σοφό. Ίσως όμως να έκρινε ότι έστω και αργά, είναι τώρα η πλέον κατάλληλη στιγμή που διάλεξε για να παρουσιαστεί, για να θυμίσει ότι η ιστορία δεν μπορεί να σφετεριστεί και φυσικά ούτε να παραποιηθεί και ιδιοποιηθεί, αλλά τα καταφέρνει πάντα να εμφανιστεί μια μέρα για να λάμψει η αλήθεια. Δύο χρόνια μετά λοιπόν, τον Ιούλιο του 2007, φέραμε τις φωτογραφίες του Σαρτιώ και τις παρουσιάσαμε για πρώτη φορά στους απογόνους των Φωκιανών στην Παλαιά Φώκαια Αττικής, εκεί που εγκαταστάθηκαν οι περισσότεροι πρόσφυγες από αυτούς, μετά το δεύτερο και τελειωτικό διωγμό τους, το 1922. Σ’ αυτή τη συνάντηση ευτυχώς ήτανε παρούσα η τελευταία επιζώσα των γεγονότων, η Γιαγιά Σοφία Δεληγιάννη, για να προϋπαντήσει εκ μέρους όλων των άλλων Φωκιανών που φύγανε από τη ζωή, το Φελίξ Σαρτιώ συνοδευόμενο από τη «Μνήμη», η οποία είχε τα χαρακτηριστικά μιας νεαρής κοπέλας και η οποία εγκαταστάθηκε μια για πάντα δίπλα στους ανθρώπους που τους ανήκει.

Χάρης Γιακουμής, Παρίσι, Μάιος 2008.

Το πρώτο μέρος του πολύτιμου φωτογραφικού αρχείου του Felix Sartiaux μαζί με κείμενα του Γάλλου αρχαιολόγου εκδόθηκαν σε ένα λεύκωμα απο την Κοινότητα Παλαιάς Φώκαιας το Ριζάρειο Ίδρυμα και τον εκδοτικό οίκο Kalimages. Η επιμέλεια ανήκει στον ιστορικό φωτογραφίας Χάρη Γιακουμή ενώ στην έκδοση συμμετέχουν ο Πρόεδρος της Κοινότητας Παλαιάς Φώκαιας Μανώλης Τσαλικίδης, ο Νικόλαος Χόρμπος και ο Antoine Hermany.

Στο λεύκωμα που έχει τίτλο "Φώκαια 1913-1920, Η μαρτυρία του Felix Sartiaux", δημοσιεύονται φωτογραφίες από την ειρηνική περίοδο πριν το 1914, τον εκτοπισμό των ελλήνων αλλά και απο τον επαναπατρισμό τους το 1919-20.

Οι οικογένειες των Σαρακατσάνων κτηνοτρόφων που ζούσαν περιοδικά στην περιοχή της Αναβύσσου, ήταν οι άνθρωποι που μαζί με τους Φωκιανούς πρόσφυγες "έχτισαν" την Παλαιά Φώκαια Αττικής.
Οι Μακροδημητραίοι, οι Παπαγιάννηδες, οι Τσούνηδες... Άνθρωποι που υπέταξαν τη νομαδική φύση της φυλής τους και στέριωσαν στη γη της Αναβύσσου!
Για τους Σαρακατσάνους…
Κείμενο του Βασίλη Παναγιώτη Τσούνη – Αντιπροέδρου της Κοινότητας Παλαιάς Φώκαιας
Οι προ’ιτοι Έλληνες
Οι επιστήμονες που καταγράφουν τα ιδιαίτερα χαρακτη­ριστικά κάθε πληθυσμού μέσα στον χρόνο και μελετάνε την καταγωγή λένε ότι τους θεωρούν «τον αρχαιότερο λαό της Ευρώπης».
Κατά τον ανθρωπολόγο Άρη Πουλιανό "ο ηπειρώτικος τύπος των Σαρακατσάνων υπάρχει όσο και ο συγχρόνος άνθρωπος στην Ευρώ­πη, ο λεγόμενος HomoSapiens, δηλαδή πάνω από 40.000 χρονιά'. Οι Σαρακατσάνοι θεωρούνται οι πρώτοι "Έλληνες" που έζησαν στον ελλαδικό χώρο, εγκαταστημένοι κυρίως στον ορεινό όγκο της Πίν­δου, από όπου και εξαπλώθηκαν σε όλη την ηπειρώτικη Ελλάδα και στα Βαλκάνια.
Ο Όμηρος αναφερόμενος στους νομάδες που υπήρχαν στην προκλασική Ελλάδα λέει πως "ζούσαν το καλοκαίρι στην Ήπειρο και τον χειμώνα στην πεδιάδα που διασχίζει ο Τιθαρείσιος ποταμός", δηλαδή στην Θεσσαλία. Οι Σαρακατσάνοι της πρωτοχάλκινης εποχής είναι "αυτοί που πρώτοι κατέχουν και μιλούν την ελληνική γλώσσα και την διαδίδουν με τις μετακινήσεις τους". Μονόγλωσσους τους αποκαλούν ο Τριανταφυλλίδης και η Χατζημιχάλης.
Στο ιδίωμα τους διασώζονται αρχαίες ελληνικές λέξεις όπως: «σαλαγώ» (βάζω σε κίνηση, την αναφέρει ο Πλού­ταρχος), «σκαπετώ» (αφανίζομαι πρβλ. αρχαία λέξη σκάπετος), το «φριτζάτο» (απόσκιο, το χαγιάτι της καλύβας τους) είναι λέξη βυζαντινή. Επίσης ο Γεωργακάς θεωρεί ότι η λέξη «τάτας» (πατέρας) μπορεί να αποδοθεί στο αντίστοιχο ομηρικό «άττα».
Αν λάβει κανείς υπόψη τη νομαδική ζωή τους και την εν­δογαμία, "κατά κανόνα δεν παντρεύονται παρά μόνο με­ταξύ τους", (Γ. Καββαδίας) που μέχρι πρόσφατα ίσχυε στις κοινωνίες τους, δικαίως μπορεί να θεωρούνται "η πιο κοντινή προς τους αρχαίους Έλληνες φυλή", ενώ ίσως ο χώρος στον οποίο έζησαν από την Παλαιολιθική ακόμη εποχή να είναι "η περιοχή στην οποία σχηματίστηκε η ελ­ληνική γλώσσά'.
"Από την Πόλη..."
Με την ετυμολογία της λέξης Σαρακατσάνος ασχολήθη­καν πολλοί επιστήμονες. Ο Π. Αραβαντινός, ο Ν. Βέης και άλλοι υποστήριξαν ότι προέρχεται από το "Σακαρέτσι", κωμόπολη του Βάλτου της Αιτωλίας. Ο Δ. Συράκης από την ελληνική λέξη «Παρακατσάνος», γείτονας των Κατσάνων της Ηπείρου. Ο I. Λαμπρίδης και ο Κ. Κρυστάλλης από τις λέξεις Καρά και Κατσάν (ο μαύρος φυγάς), ο Hoeg από τις λέξεις Συράκο και Κατσάνοι, ο Γεωργακάς από Καρά και Κατσάνοι, ή από Σαρίκα και Κατσάνος, (σαρίκα είναι η χοντρή κάπα που φορούν οι Σαρακατσάνοι).
Η πιο οικία σε εμένα πηγή, η Παράδοση, δίνει την δική της ερμη­νεία. "Όταν χάθηκε η Πόλη έπεσε πένθος βαρύ, οι πρόγονοί μας μαυροφόρεσαν και βγήκαν στα βουνά να γλιτώσουν από την κατα­πίεση των Τούρκων που τους ονόμασαν SertKatsani, αυτοί που δραπέτευσαν στην κορυφή".
Η Πόλη και ο τελευταίος Αυτοκράτο­ρας τραγουδήθηκαν ιδιαίτερα από τους Σαρακατσάνους. Να τι λέει ένα από αυτά τα χαρακτηριστικά τραγούδια:
" Πέρα ψηλά στον Όλυμπο, στον Αι-Λια στη ράχη, κάθετ' αητός δικέφαλος, κάθεται στο προσήλιο, κρατούσε και στα νύχια του ανθρώπινο κεφάλι. Κι άλλος αητός που διάβαινε τον εκαλημερίζει:
- Μπράτιμέ μ' τίνος είν' αυτό το μαύρο κεφάλι
Και το τηράς παράλυα και χύνεις μαύρα δάκρυα;
- Βλάμη μ' τώρα που με ρώτησες θα σου το μαρτυρήσω. Εψές προψές που διάβαινα της Πόλης τα μπουγάζια είδα την Πόλη τούρκεψε, Τούρκοι διαβαίνουν μέσα,
Και τον δικό μας βασιλιά κομμένο το κεφάλι, Κομμένο και το πέταξαν εκεί σε μια κολώνα, Τούρκοι το τρουί'ρίζανε, και το περιγελούσαν... Ξάμωσα με τα νύχια μου, ξάμωσα και το πήρα..."
Για τον τόπο καταγωγής των Σαρακατσάνων διατυπώθηκαν διάφο­ρες θεωρίες.
Ο Ο. Σαράντης παρατηρεί: " ...οι Σαρακατσάνοι, γέννημα θρέμμα των βουνών πληθαίνοντας στα βουνά των Άγραφων και της Ρούμε­λης, όπου είναι η κοιτίδα τους, αναγκάσθηκαν να ξεχυθούν στους κάμπους για να επιβιώσουν οι ίδιοι και τα ποίμνια τους". Ο Γεωργακάς αναφέρει ότι σήμερα οι περισσότεροι Σαρακατσάνοι βρίσκονται στο Γράμμο, στο Πάπιγκο, στο Μιτσικέλι, στον Τόμαρο, στα Τζουμέρκα, στο Περιστέρι (Λάκμονας) κ.α. και ξεχειμωνιάζουν στις πεδιάδες Πρέβεζας, Άρτας, φιλιππιάδας, ως την Αιτωλοακαρ­νανία (Βάλτο, Ξηρόμερο).
Οι Σαρακατσάνοι σε αντίθεση με τους βλαχόφωνους κτηνοτρόφους είναι κατεσπαρμένοι σε όλη την Ελλάδα, εκτός από την Κρήτη, τα Επτάνησα, τις Κυκλάδες και τις Σποράδες.
Η κοινωνική ζωή των Σαρακατσάνων είναι βασισμένη στα τσελιγκά­τα, με τους τσελιγκάδες στο ρολό του αφέντη, του προστάτη, του προύχοντα, του διαχειριστή αλλά και του δικαστή. Αξιοπρόσεκτη είναι η αισθητική τους που την βλέπουμε στις φορε­σιές με το συμβολικό διάκοσμο (η παλαιότερη αντρική φορεσιά των Σαρακατσάνων είναι περίπου όμοια με την εθνική ελληνική φορε­σιά) στα υφαντά, στα χειροτεχνήματα, στα χρηστικά σκεύη και στην κατασκευή της αξιοθαύμαστης λειτουργικά σαρακατσάνικης καλύ­βας. Οι Σαρακατσάνοι ανέπτυξαν έναν υψηλής στάθμης πολιτισμό με ήθη, έθιμα, χορούς, τραγούδια, κοινωνικές συνήθειες και δοξα­σίες κοντά στις αντίστοιχες αρχαιοελληνικές.
Εθνική ανεξαρτησία!
Οι Σαρακατσάνοι είναι ένας γνήσιος ελληνικός κτηνοτροφικός πλη­θυσμός, όχι μόνο γιατί μιλούν ελληνικά, αλλά γιατί σκέπτονται και αισθάνονται ελληνικά. Στις καλύβες τους έβρισκαν καταφύγιο οι αρ­ματολοί και οι κλέφτες. Στους αγώνες για την ανεξαρτησία διακρί­θηκαν για την ανδρεία τους.
Ο Σ. Γρανίτσας έχει γράψει: " ...η ράτσα αυτή (των Σαρακατσάνων) έδωκεν εις την τουρκοκρατούμενην Ελλάδα τον Κατσαντώνην, τον Λεπενιώτην, τον Στούρναρην, τον Χασιώτην, τον Λιακατάν, τον Τσιόγκαν, τον Δίπλαν και χίλιους άλλους τουρκομάχους, επί πλέον δε, διέσωσε την ελληνική κτηνοτροφία κατά το Εικοσιένα". Την εποχή του Αλή Πάσα έγιναν οι μεγάλοι διωγμοί των Κλεφτών μα και των Σαρακατσάνων. Οι διωγμοί αυτοί ανάγκασαν τους Σαρα­κατσάνους να φύγουν από την κοιτίδα τους τ' Άγραφα, διαλέγοντας για χειμαδιά μέρη όπου ο χειμώνας ήταν ήπιος και ξεκαλοκαίριαζαν σε βουνά με πλούσια λιβάδια μέσα στα σύνορα της Οθωμανικής αυ­τοκρατορίας.
Ένας μεγάλος αριθμός Σαρακατσάνων το καλοκαίρι ανέβαινε στον Αίμο και το χειμώνα κατέβαινε στα παράλια της Θράκης μεταφέρο­ντας την ίδια παράδοση και τα ίδια βιώματα. Όταν άρχισαν να σχηματίζονται τα εθνικά κράτη στα Βαλκάνια πολλές οικογένειες Σαρακατσάνων βρέθηκαν εγκλωβισμένες μέσα σε αυτά.
Το επίσημο ελληνικό κράτος για πολλά χρόνια αγνοούσε την ύπαρξη τους, ή τους θεωρούσε αφομοιωμέ­νους στα κράτη που έμεναν. Αυτοί όμως συνέχιζαν το νο­μαδικό τρόπο ζωής, δεν είχαν καμία επαφή με τους ντό­πιους πληθυσμούς και παντρεύονταν μόνο μεταξύ τους για να μην αφομοιωθούν. Ζούσαν αυτόνομοι, είχαν τα δικά τους «εσναφικά δικαστήρια» και μιλούσαν την ελλη­νική γλώσσα.
Είναι συγκινητικό να βλέπει κανείς αυτούς τους Σαρακα­τσάνους που δεν έχουν πατήσει ποτέ ελληνικό χώμα να ξεδιπλώνουν τον φλάμπουρα και να χορεύουν τραγουδώ­ντας με το στόμα και να μιλάνε για τα Άγραφα, τον Κα­τσαντώνη και τα παλικάρια του και τον τελευταίο Αυτο­κράτορα Κωνσταντίνο Παλαιολόγο.
" Νάμουν πουλί να πέταγα τ' αψήλου, να πέταγα και νάβγαινα στης Σίπκας το Μπαλκάν.
Για νάβγαινα ν'αγνάντευα τα έρμα Δαρδανέλλια, πώς αρμενίζουν τ' άρμενα, πώς πλέουν τα καράβια. Ξήντα καράβια τούρκικα, κι ξήντα δύο Ρωμέικα, και πιάστηκαν στον πόλεμο, τριες τέσσερις μερούλες. Και νίκησαν τα τούρκικα και πήραν τα Ρωμέικα, κι η φραγκοκόρη χούιαξε 'πο μέσα απ' το καράβι, - Που είσε συ βρε βασιλιά, πούσαι βρε Κωνσταντίνε, κι αυτός μόν' αρματώνονταν... "
Ενδεικτικό του τρόπου σκέψης αυτών των Σαρακατσάνων είναι το απόσπασμα του σημειώματος της Κωνσταντίνας Κούτρα, νηπιαγωγού από την Σίπκα Βουλγαρίας,
"Η λατρεία προς την Ελλάδα, τη «Γρεκιά» μας... Μέσα στην οικογέ­νεια μου αυτό το αίσθημα ήταν τόσο φυσικό, ίσως σαν την αγάπη που νιώθει κάθε άνθρωπος για την μητέρα του..."
Οι Σαρακατσάνοι στην Ανάβυσσο
Οι Σαρακατσάνοι ανυπότακτοι, ελεύθεροι σαν τα πουλιά πήγαιναν από τόπο σε τόπο όπου υπήρχαν καλές βοσκές. Μερικές οικογέ­νειες Σαρακατσάνων ξεκαλοκαίριαζαν στα πλούσια λιβάδια της Πάρ­νηθας και στη γιορτή του «Αη Δημήτρη» ξεκινούσαν για τα χειμα­διά, διαλέγοντας μέρη με ήπιο χειμώνα σαν και το χειμώνα στη γη της Αναβύσσου.
Στη μνήμη των προγόνων μου
Β. Π. Τσούνης

Οι Φωκιανοί πρόσφυγες στη γη της Αττικής 

Οι πρώτοι μήνες, μετά τον Αύγουστο του 1922, βρήκαν ένα μεγάλο μέρος των Φωκιανών, να έχει εγκατασταθεί πρόχειρα στη Δραπετσώνα του Πει­ραιά.

Παράλληλα με τη ζωή στο συνοικισμό της Δραπετσώνας, ένας σκληρός αγώνας ακολουθούσε τα βήματα και των υπολοίπων Φωκιανών που περιπλανιόνταν  μόνοι ή κατά ομάδες και αγωνιούσαν για την τύχη φίλων και συγγενών, αναζητώντας τόπο να αποθέσουν τις ελπίδες τους.

Το γεγονός που καθόρισε την ιστορική πορεία των Φωκιανών προσφύγων ήταν η πρόσληψη του συμαπατριώτη τους Χρήστου Καραπιπέρη ως αρχιτεχνίτη στις αλυκές Αναβύσσου στο τέλος του 1922.

Ο Χρήστος Καραπιπέρης ήταν ο πρώτος μικρασιάτης πρόσφυγας που εγκαταστάθηκε οικογενειακώς στην Ανά­βυσσο. Με δικές του ενέργειες ήλθαν το 1923, περίπου 30 - 40 Φωκιανοί από τον συνοικισμό της Δραπετσώνας, όλοι εργάτες των αλυκών της Παλαιάς Φώκαι­ας της Μικράς Ασίας, που τον βοήθησαν να εκσυγχρονίσει και να αναπτύξει τις αλυκές.

Το γεγονός αυτό, μετά και την επίσκεψη και έγκριση της περιοχής, από επιτροπή του «Παμφωκαϊκού» συλλόγου «Πρωτεύς», που λειτουργούσε ως εκείνη τη στιγμή ανεπίσημα στη περιοχή της Δραπετσώνας, συνέδεσε τη μοίρα των Φωκιανών στην Ελλάδα με τη γη της Αττικής.

Οι πρώτες οικογένειες Φωκιανών, εφοδιασμένες με σκηνές, που τους είχαν παρα­χωρηθεί από το Υπουργείο Πρόνοιας και Περίθαλψης, αναχώρησαν με καΐκια από το Πασαλιμάνι του Πειραιά και τον Ιούλιο του 1924 αντίκρισαν για πρώτη φορά την περιοχή της Αναβύσσου.

Ο κοινωνικός περίγυρος

Η περιοχή της Αναβύσσου για την οποία τα μέλη του "Πρωτέα" προσπάθησαν να εξασφαλίσουν την άδεια για την εγκατάστασή τους, ανήκε στον Οργανισμό Διαχείρι­σης Εκκλησιαστικής Περιουσίας (Ο.Δ.Ε.Π.) και σε διάφορους μεγαλοϊδιοκτήτες, που είχαν παραχωρήσει την εκμετάλλευσή της, στους κατοίκους των χωριών Καλύβια και Κερατέα και των  γύρω περιοχών οι οποίοι μέχρι εκείνη τη στιγμή, ήταν και οι μοναδικοί εργάτες για τις αλυκές και τις υπόλοιπες εργασίες της περιοχής.

Έτσι, όπως ήταν φυσικό, η παρουσία των Φωκιανών στην Ανάβυσσο, η απειλή για ε­παναπροσδιορισμό των ρόλων, και ανακατανομή στην εκμετάλλευση της περιοχής, προκάλεσε την αντίδραση των ντόπιων κατοίκων, τόσο στην αγορά εργασίας, όσο και στην ιδιοποίηση της γης.

Ανάμεσα σ’ αυτούς τους διαφορετικούς κόσμους, που χωρίς να έχουν τον απαι­τούμενο χρόνο προσαρμογής, αναγκάστηκαν  να εξοικειωθούν με τη νέα κατά­σταση των πραγμάτων και τη νεωτερική συμβίωση, χρειάστηκε χρόνος και κόπος για να ομαλοποιηθούν οι σχέσεις, και να παραμεριστούν οι δυσάρεστες ανα­μνήσεις των πρώτων χρόνων.

Εκτός από τους κατοίκους των γύρω χωριών, στην περιοχή της Αναβύσσου κατοι­κούσαν περιοδικά και λίγες οικογένειες Σαρακατσάνων κτηνοτρόφων, που κατέβαιναν από το βουνό της Πάρνηθας με τα πρόβατα και τα κατσίκια τους, για να περάσουν το χειμώνα. Ήταν η ομάδα των γηγενών με την οποία οι Φωκιανοί πρόσφυγες συνεργάστηκαν αρμονικά στην εξέλιξη των χρόνων για τη δημιουργία της νέας πατρίδας.

Προσφυγική ομάδα-ΣΑΑΚ

Στις 18 Οκτωβρίου του 1925, ιδρύθηκε η Προσφυγική Ομάδα Παλαιάς Φώκαιας που περιελάμβανε αρχικά 49 μέλη και βάση του νόμου ενείχε θέση συνεταιρισμού.

Η "Προσφυγική Ομάδα Π. Φώκαιας", η πρώτη αυτή οργανωμένη ομάδα των Φω­κιανών στην Αττική, που εξελίχθηκε μετά από λίγα χρόνια (1932) σε Συνεταιρισμό Αποκαταστάσεως Ακτημόνων Καλλιεργητών (Σ.Α.Α.Κ) Παλαιάς Φώκαιας, α­ποτέλεσε την πρώτη διοικητική έκφραση των Φωκιανών, που ανέλαβε το βάρος της αντιμετώπισης όλων εκείνων των ζητημάτων που απέρρεαν από τα προβλήματα της εγκατάστασης και αποκατάστασής τους.

Στις 25 Ο­κτωβρίου 1925 το «αγρόκτημα» Ανάβυσσος  παραδόθηκε στην προσφυγική ομάδα Π. Φώκαιας αφού πρώτα απαλλοτριώθηκε και επιτάχθηκε υ­πέρ των προσφύγων.

Ωστόσο οι εκτάσεις αυτές δεν χαρίστηκαν στους πρόσφυγες. Με την παραχώρηση των κλήρων, οι Φωκιανοί χρεώθηκαν αυτόματα τα αναλογούντα ποσά, τα οποία και έπρεπε να καταβληθούν μέσω του Σ.Α.Α.Κ., στο Υπουργείο Γεωργίας..

Οι αποζημιώσεις των εγκαταλελειμμένων περιουσιών

Ένα από τα πιο σοβαρά ζητήματα που απασχόλησε αυτή τη χρονική στιγμή τους Φωκιανούς, ήταν η οικονομική αποζημίωση των περιουσιών που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν.

Παρά τις προσπάθειες των προσφύγων με σύσταση εκτιμητικής επιτροπής που είχε σκοπό την αναλυτική καταγραφή και αποζη­μίωση των εγκαταλελειμμένων περιουσιών τους στη Μικρά Ασία, το Ελληνοτουρκικό σύμφωνο φιλίας (Αγκυρα, 10 Ιουνίου 1930) με το συμψηφι­σμό των εκατέρωθεν οικονομικών υποχρεώσεων που επέφερε, έβαλε τέλος σε κάθε σκέψη για πλήρη και δίκαιη απόδοση.

Έτσι, οι Φωκιανοί έμειναν με τον καημό μιας απώλειας, που δε μεταφραζόταν  οικονομικά -παρ' όλη την οικονο­μική καταστροφή τους,-  αλλά αποτυπωνόταν συναισθηματικά, στο τέλος του "ονεί­ρου" που τους ταξίδευε σε μια πιθανή επιστροφή στη "γενέθλια γη".

Το κτίσιμο της εκκλησίας και του σχολείου

Από τα πρώτα μελήματα των Φωκιανών ήταν να χτίσουν την εκκλησία και το σχο­λείο τους. Η εκκλησία ιδρύθηκε  μόλις το 1932 και αφιερώθηκε στην Αγία Ειρήνη, όπως άλλωστε και στην μικρασιατική Φώκαια.

Για την κατασκευή της Αγίας Ειρήνης οι Φωκιανοί χρησιμοποίησαν την ξυλεία που περίσσεψε, όταν άρχιζαν σιγά-σιγά να μετατρέπουν τις ξύλινες παράγκες τους σε πλινθόκτιστα σπιτάκια. Στη συνέχεια στη δεκαετία του '50, είχαν πλέον τη δυνατότητα να ανακατασκευάσουν την εκκλησία και να τη λει­τουργήσουν πιο οργανωμένα.

Για την ίδρυση του σχολείου οι Φωκιανοί βοηθήθηκαν  από τους ευρισκόμενους στην Αμερική (Weirton) συμπατριώτες τους, αλλά και από την Κοινότητα Καλυβίων.

Ίδρυση Κοινότητας Παλαιάς Φώκαιας

Στις 12 Ιουνίου του 1947, δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα της Κυβέρνησης του Ελλη­νικού κράτους, η απόφαση για την ίδρυση της Κοινότητας Παλαιάς Φώκαιας και την απόσπαση του προσφυγικού οικισμού Παλαιάς Φώκαιας, από την Κοινότητα Καλυβιών, στην οποία ανήκε διοικητικά έως τότε.

Ηλίας Βενέζης (Αϊβαλί 1904 - Αθήνα 1973)


Ο ξεριζωμός των Φωκιανών και η εγκατάστασή τους στη νέα τους πατρίδα έγινε αφορμή για να γραφτεί ένα απο τα σημαντικότερα μυθιστορήματα του περασμένου αιώνα. Η "Γαλήνη" του Ηλία Βενέζη που εκδόθηκε το 1939, βραβεύτηκε απο την Ακαδημία Αθηνών και βρήκε μεγάλη ανταπόκριση απο το αναγνωστικό κοινό, αποτελει σημείο αναφοράς για τους απανταχού Φωκιανούς.

Ο Ηλίας Βενέζης ερχόταν συχνά στην Παλαιά Φώκαια της Αττικής, γνώρισε απο κοντά τους Φωκιανούς πρόσφυγες και άντλησε πολλές πληροφορίες από τις αφηγήσεις τους. Μάλιστα ο αδελφός του συγγραφέα, ήταν παντρεμένος με τη Φωκιανή, Ελένη Νικολαΐδου (διάσημη μεσόφωνος στην όπερα κατά τον περασμένο αιώνα).

Ο συγγραφέας γράφει για τη "Γαλήνη":

Συμφορές, ξεριζώματα και μεταναστεύσεις πληθυσμών, αναστατώσεις της οικονομικής ζωής των ανθρώπων, αναστατώσεις και συγκρούσεις των ιδεών, τραύματα ψυχικά, - αυτά ήταν η νιότη μας. Και πλάι σʹ αυτά είναι το παρελθόν, είναι τα στρώματα της πικρίας του λαού αυτού απʹ τον οποίο ερχόμαστε. Κατοικούμε μια δύσκολη, αυχμηρή, ωστόσο πάντα πολυαγαπημένη γη. Οι θάλασσες του τόπου μας είναι φτωχές θάλασσες, κ' η ζωή των ψαράδων μας είναι σκληρή ζωή. Δεν έχουμε τις ατέλειωτες πεδιάδες άλλων τόπων, δεν έχουμε τα μεγάλα δάση, δεν έχουμε την ευλογία του Θεού, που κάνει ελαφρότερο το μόχθο του ανθρώπου. Οι ελιές μας φυτρώνουν στους βράχους και στα γυμνά βουνά, κ' είναι ποτισμένες περισσότερο με τα δάκρυά μας παρά με τη βροχή που στέλνουν τα σύννεφα. Οι αρχαίοι κάτοικοι του τόπου τούτου για να κάμουν ευμενείς τους θεούς απέναντί τους, για να τους κάμουν συναντιλήπτορες στις λύπες και στα βάσανά τους, τους κατέβασαν απ' τον ουρανό στη γη: τους έβαλαν πάνω στον Όλυμπο. Γιατί είχαν τη σοφία να ξέρουν πως ο πόνος είναι αφηρημένη έννοια αν δεν τον έχεις δοκιμάσει, πως μόνο ό,τι άγγισες με τα χέρια σου και την καρδιά σου, μόνο ό,τι πλήρωσες με αίμα σου είναι γνώριμο και μπορεί να 'βρει μέσα σου ηχώ. Έτσι οι κάτοικοι της Ελλάδας, όταν ζητούσαν απ' το γείτονά τους, - το Θεό του Ολύμπου, - να τους στείλει βροχή, ξέραν πως κι εκείνος δοκιμαζότανε απʹ την ανομβρία, πως κι εκείνος καταλάβαινε τι θα πει να θέλει τούτη η δύσκολη γη νερό, και νερό να μη στέλνουν τα σλυννεφα. Όταν τον παρακαλούσαν να στείλει άνεμο για να φουσκώσει τα πανιά των καϊκιών τους και για να βοηθήσει την καρποφορία των δέντρων τους, ξέραν πως έτσι να 'κανε ο Θεός απ' το θρόνο του, θα 'βλεπε τα σκληρά τους τα πρόσωπα να περιμένουν το έλεός του, πως αν αφουγκραζόταν θ' άκουε τους χτύπους της καρδιάς τους.

Έπειτα οι θεοί του Ολύμπου φύγανε και ήρθαν οι άνθρωποι, ήρθαν οι σκοτεινοί αιώνες των δεινών μας. Είμαστε ένας αληθινά πονεμένος, πολυβασανισμένος, πολυπικραμένος λαός. Έχουμε πίσω μας, έχουμε μέσα μας και μας παρακολουθούν αυτοί οι αιώνες της ανήκουστης οδύνης μας. Ο θάνατος στο λαό μας έγινε πρόσωπο οικείο. Οι μητέρες μας μέσα στ' άλλα χρέη τους, μέσα στο χρέος ν' αναστήσουν παιδιά και να τους μάθουν την αγάπη των εφέστιων θεών, παράδοση είχαν να ετοιμάζουν και να φυλάγουν στα σεντούκια τους τα νεκροσάβανα της οικογένειας. Το μεθύσι, που για άλλους λαούς είναι μέσο χαράς, για το δικό μας το λαό είναι σπουδή στο θεό της πικρίας. Με θολά σιωπηλά μάτια χορεύουμε και τραγουδούμε τραγούδια λυπητερά, τραγούδια όπου τα πουλιά και τα δέντρα και οι κορφές των βουνών γίνονται πλάσματα που μιλούν και μας παραστέκουν, γίνονται πλάσματα που επιτέλους μπορούμε να τους εμπιστευθούμε, αφού με τους ανθρώπους δεν το μπορούμε, - γιατί οι άνθρωποι μας πικράνανε.

Από αυτή τη γη, από αυτή τη μοίρα ερχόμαστε. Από ένα τέτοιο κλίμα έρχεται και η "Γαλήνη", ένα απ' τα πικρά βιβλία της γενιάς μας. Όμως θέλω να πιστεύω πως, αν τα βιβλία αυτά δεν είναι βιβλία της χαράς, δεν είναι και βιβλία της απαισιοδοξίας. Δεν είναι διόλου. Η πικρία είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα όλων των ζωντανών οργανισμών. Γιατί αυτοί ζητούν πολλά απ' τη ζωή, και η ζωή τις περισσότερες φορές δίνει λίγα. Με τα λίγα μπορούν να ευτυχούν μόνο όσοι γέρασαν, - σωματικά ή ψυχικά, - επειδή αυτοί, μη έχοντας να περιμένουν τίποτα, είναι ευχαριστημένοι με τα ψίχουλα του δρόμου. Γι' αυτό και οι πικραμένοι άνθρωποι είναι στο βάθος οι πιο αισιόδοξοι: επειδή σ' αυτούς έμεινε ακόμα το προνόμιο ν' αγαπούν, να πιστεύουν στον άνθρωπο και στη ζωή, το προνόμιο να κυνηγούνε χίμαιρες.

(Απόσπασμα απο τον πρόλογο της τρίτης έκδοσης - 1943)


Στη μητέρα μας, το Αιγαίο, θα φυσούν σίγουρα κι εφέτος τα μελτέμια. Είναι ο καιρός τους. Τα κύματα, όπως πάντα, θα δέρνουν τους γυμνούς βράχους των νησιών, και στις ασέληνες νύχτες θα στεφανώνουν τον αφρό τους με άστρα. Σε κάποιο νησί του Αρχιπελάγου μας είναι ένας κόρφος. Λένε πως στο βυθό του αναπαύονται οι αρχαίες θαλασσινές θεότητες του Αιγαίου. Μια από αυτές τις νύχτες του καλοκαιριού θα ξυπνήσουν και θ’ ανέβουν στην επιφάνεια. Είναι ο καιρός τους. Θα πάνε ως το ακρογιάλι και θα ρωτήσουν τα γέρικα δέντρα, τις ελιάς με τους τυραννισμένους κορμούς, να μάθουν αν τίποτα νέο υπάρχει απ’ την Ελλάδα, - για τον Πάνα και για τους Σατύρους. Τα φύλλα θα σαλέψουν αλαφρά για ν’ αποκριθούν πως «Όχι. Τίποτα ακόμα.» «Άραγες θα ζουν;» θα ρωτήσουν πάλι οι πικραμένες θεότητες της θάλασσας. Κι οι ελιές που είναι βέβαιες γι’ αυτό θα τις ησυχάσουν. «Ω! Πώς γίνεται να πεθάνουν;»

(Πρόλογος τέταρτης έκδοσης - 1943)


Εκτεταμένη έρευνα για τη "Γαλήνη" του Βενέζη έχει γίνει απο τον Θεόδωρο Δαλάκογλου. http://users.otenet.gr/~tdala/GALINI.htm

Η ΜΑΚΡΙΝΗ ΛΙΤΑΝΕΙΑ ολοένα πλησιάζει. Το σύννεφο η σκόνη μακραίνει πιο πολύ μες στην πυκνή ατμόσφαιρα. Σιγά ‐ σιγά εξοικειώνεται, δένεται μαζί της και χάνεται μέσα της, με την ικανότητα της προσαρμογής που έχουν τα πράγματα του κόσμου τούτου. Όμως, κάτω απ' το σύννεφο η εξοικείωση δεν είναι εύκολη. Ένα κοπάδι γυναίκες, παιδιά και γέροντες βογκούν δυνατά, κυνηγημένοι απ' τον ήλιο, απ' τη στέρηση και απ' την εξάντληση του δρόμου. Στα πρόσωπα ο ίδρος, ζυμωμένος με τη σκόνη, στάζει σα λάσπη. Νέοι άντρες είναι λίγοι. Οι πιο πολλοί του κοπαδιού περπατούν ξυπόλητοι, κι όλοι σηκώνουν στον ώμο ένα φορτίο, ένα τσουβάλι γεμάτο ή έναν μπόγο.

—Αχ! Που μας στέλνουν να ζήσουμε! Που μας στέλνουν! τσίριζε δυνατά μια γυναίκα. Εδώ είναι έρημος! Έρημος!

Τότε οι άλλες γυναίκες, με το σύνθημα το δοσμένο απ' τη μια, άρχισαν να ολολύζουν, όλες μαζί, και να καταριούνται τη μοίρα τους.

—Θα πεθάνουμε σ' αυτό τον άγριο τόπο! Θα πεθάνουμε, εμείς και τα παιδιά μας! Θα πεθάνουμε!

Οι άντρες κ' οι γέροι έκαναν ό,τι μπορούσαν για να πολεμήσουν τον πανικό. Καθένας πολεμούσε να ησυχάσει την πλαϊνή του γυναίκα, τη γυναίκα του, τη μητέρα του. Μα η απελπισία έτρεχε μες στον πηχτόν αγέρα, δύναμη γόνιμη σαν τη γύρη.

—Τίποτα!... ολόλυζαν. Τίποτα δε θα μας γλυτώσει! Εδώ θα μείνουμε!...

Φώναζαν για ένα δέντρο. Να ήταν ένα δέντρο να ξαποστάσουν κάτω απ' τον ίσκιο του. Μα σ' όλη την άπλα του μικρού κάμπου μια γραμμή καν δε φαινόταν στυλωμένη κατά τον ουρανό. Μαύριζε μονάχα ο τόπος απ' τα σκίνα, που πάνω τους έτρεμε ο ήλιος.

Το μαρτύριο του νερού ήρθε, τότε, στη δύσκολη ώρα. Όταν ξεκίνησαν απ' τα Καλύβια, το τελευταίο κατοικημένο μέρος της περιοχής, τους είχαν πει πως στο μονοπάτι απάνω θα βρουν δυο πηγάδια. Κ' ύστερα, κοντά στη θάλασσα, θα βρουν άλλο ένα. Είχαν βρει το πρώτο, ξεδίψασαν, και πήγαιναν για το άλλο. Η προσδοκία του μέρευε τη φοβερή δίψα, κ' επειδή ήταν μια προσδοκία, μέρευε λίγο την καρδιά τους με φως.

Όταν, απ' την εμπροσθοφυλακή τους, τους πρώτους που βαδίζαν, ήρθε το άγγελμα:

—Είναι ξερό! Το πηγάδι είναι ξερό!

Τότε, αδύναμοι πια να χτυπηθούν με τη μοίρα τους, καθήσαν όλοι μονομιάς καταγής, και το σύννεφο που σήκωναν τα ματωμένα ποδάρια σταμάτησε απάνω τους. Ένα βαρύ μουκανητό πέρασε μέσα απ' το κίτρινο τούτο πέπλο και προσπάθησε ν' ανέβει στο Θεό.

—Τι φταίξαμε! φωνάζανε. Τι φταίξαμε!

Φωνάζαν. Ύστερα, σιγά, η φωνή τους αδυνάτισε, ίσαμε που έσβησε σε χαμηλά βογκητά.

Τότε ακούστηκαν τα βήματα ενός συντρόφου τους, που είχε πάει μπροστά μονάχος και τώρα γύριζε πίσω φωνάζοντας:

—Σηκωθείτε! Σηκωθείτε! Η θάλασσα!

Η θάλασσα! Που ήταν, λοιπόν, η θάλασσα! Ο πεσμένος όγκος σάλεψε μονομιάς σαν κύμα. Η ζεστή εικόνα το ανατάραξε, κ' ύστερα το κίνησε ορμητικά, με τη φοβερή δύναμη που έχουν οι λέξεις.

—Σηκωθείτε! Σηκωθείτε! φώναζαν οι άντρες. Λίγο κουράγιο ακόμα! Φτάνουμε στη θάλασσα!

Το σύννεφο, που είχε χαμηλώσει απάνω τους, έκαμε πάλι πανιά και κίνησε πάλι μαζί τους, ουράνιο πλοίο. Τρέχαν χαμηλά, στρίψαν ένα μικρό ύψωμα, όταν νέα φωνή, πιο ζεστή και πιο άγρια, σηκώθηκε να διαλυθεί μες στη σκόνη:

—Το αλάτι! Το αλάτι! Κοιτάξτε λοιπόν κει κάτω!

Οι άσπρες κολόνες των αλυκών, ακίνητο και ανέκφραστο μνημείο, παίζαν με τη σιωπή του βάθους και με το φως. Τίποτα δεν μπορούσε να είναι πιο ακίνητο και πιο ανέκφραστο από αυτό στο ξερό τοπίο.

Όμως για τους ανθρώπους τούτους οι κολόνες γίνονταν μονομιάς μαγεία, πλέαν πάνω στο κύμα και στα βουνά, πέρα, κατά τη μακρινή πατρίδα, εκεί όπου ίδιες κολόνες άσπριζαν, ίδιες σαν αυτές εδώ.

Ήταν ένα ξαφνικό ανασάλεμα της μνήμης και της καρδιάς, ένα μακρινό μήνυμα απ' την εφέστια γη.

—Ας είσαι βλογημένος! φώναζαν στο Θεό. Τουλάχιστο είναι αυτό εκεί, — και δείχναν το αλάτι.


ΟΙ ΚΑΛΥΒΕΣ των Φωκιανών σιγά ‐ σιγά άρχισαν να ψηλώνουν. Το χώμα είχε πολύν άμμο, όμως πιο καλό δε βρισκόταν. Μ' αυτό κάναν πλίθους. Στην αρχή δυσκολεύτηκαν πολύ από νερό, γιατί ήταν φόβος το μοναδικό πηγάδι που βρισκόταν να μην έσωνε να τους δώσει μήτε το νερό που ήταν χρήσιμο για τη ζωή τους. Το παίρναν με οικονομία. Από τότε όμως που δυο ‐ τρεις Φωκιανοί βρήκαν νερό κι άνοιξαν τρία πηγάδια, στο μέρος που ο καθένας είχε διαλέξει για το καλύβι του, πέρασε κι αυτός ο φόβος. "Είναι η ίδια φλέβα που κλαδώνεται κάτω απ' τη γη", είχε πει ο γερο ‐ Ματθαίος, ένας σεβάσμιος γέροντας, τελευταίος κληρονόμος του προνόμιου της πανάρχαιης παράδοσης των ραβδοσκόπων, που είχε η φαμίλια του στην πατρίδα τους, να μαντεύουν το μέρος που είχε νερό.

Ήταν μια δύναμη υπερφυσική και σκοτεινή, που επιβαλλόταν στους απλούς τούτους ανθρώπους σαν υπαγόρευση του ουρανού.

Την άλλη μέρα κιόλας σαν ήρθαν στην Ανάβυσσο, ο γερο ‐ Ματθαίος κοίταξε από που έβγαινε ο ήλιος. Είχε μια νύφη με τα δυο παιδιά της. Ο γιος του είχε μείνει αιχμάλωτος στην Ανατολή.

—Να σε βαστάξω, πατέρα, είπε η νύφη, και τον έστησε καταπρόσωπο στον ήλιο.

Τότε ο γέρος έκαμε το σταυρό του τρεις φορές, ύστερα γονάτισε κ' έκαμε τρεις μετάνιες, φιλώντας τη γη και προσευχόμενος. Ύστερα σηκώθηκε, πήρε το ραβδί του κι άρχισε να περπατά αργά, σα να έψαυε, σιωπηλός, αποτραβηγμένος στον εαυτό του. Από πίσω τον ακολουθούσαν η νύφη και τα εγγόνια του. Κάπου ‐ κάπου σταματούσε, σήκωνε το ραβδί του με τρόπο που να μην αγγίζει τη γη, κ'

έμενε εκεί, με τα μάτια του στηλωμένα επίμονα στο χώμα, περιμένοντας τη μυστηριακή απόκριση του νερού που έτρεχε, σκοτεινά, στα έγκατα. Δεν έβρισκε, και πάλι προχωρούσε.

Τέλος, κάποτε, σταμάτησε οριστικά.

Το χέρι που βαστούσε το ραβδί άρχισε να τρέμει αλαφρά. Στο σεβάσμιο πρόσωπο περιχύθηκε, τότε, ανεπαίσθητη ωχρότητα. Ήταν φανερό πόσο όλες οι δυνάμεις είχαν συγκεντρωθεί στο ίδιο σημείο. Τα χείλη του κινήθηκαν.

—Εδώ, είπε.

Και χτύπησε τη γη με το ραβδί του.

Βρήκαν τη φλέβα σε είκοσι μέτρα βάθος. Έσκαψε το πιο πολύ η νύφη του ραβδοσκόπου, μια γερή, μελαχρινή, δυστυχισμένη νέα γυναίκα. Βοήθησε κ' ένας συγγενής τους, μα το πιο πολύ βάρος έπεσε στη γυναίκα. Ήταν σκληρή δουλειά. Γι' αυτό, βγαίνοντας απ' το μεγάλο λάκκο, που ολοένα βάθαινε, μουσκεμένη στον ίδρο, έπεφτε καταγής ξεσπώντας σε αναφιλητά.

—Αχ, γιατί να μείνει! έλεγε, κ' έκλαιγε για τον άντρα της που άφησε στην Ανατολή. Τι θ' απογίνουμε!

Τι θ' απογίνουμε!

Ο γερο ‐ ραβδοσκόπος άπλωνε τότε τα χέρια του, ώσπου να βρει το κορμί της, και τότε τη χάδευε στο κεφάλι.

—Σώπα, κόρη μου, έλεγε. Να δεις που θα 'ρθει, κι όλα θα σιάξουν τότες.

Με αυτοκίνητο

  1. Μέσω της παραλιακής Λεωφόρου Αθηνών Σουνίου (Ποσειδώνος). Η Π. Φώκαια βρίσκεται στο 52ο χιλιόμετρο.
  2. Μέσω της Λεωφόρου Βουλιαγμένης. Αφού φτάσετε στη Βουλιαγμένη συνεχίζετε στην παραλιακή λεωφόρο και φτάνετε στην Π. Φώκαια.
  3. Μέσω της Αττικής Οδού ακολουθώντας τη διαδρομή Μαρκόπουλο - Καλύβια - Ανάβυσσος - Παλαιά Φώκαια.

Με λεωφορείο

    • Με τη γραμμή Ε-22 του ΟΑΣΑ. (Μέχρι στιγμής η γραμμή Ε-22 τερματίζει στη Σαρωνίδα)

Η αφετηρία βρίσκεται στην οδό Ακαδημίας

Δείτε τα δρομολόγια του Ε-22

  • Με υπεραστικό (πορτοκαλί) λεωφορείο. Αφετηρία απο το Πεδίο Άρεως (Πλατεία Αιγύπτου). Χρησιμοποιείτε τη γραμμή Σούνιο παραλιακώς.

Δείτε τα δρομολόγια του ΚΤΕΛ Αττικής

Με θέα... στη θάλασσα!

Ο οικισμός του Θυμαριού αποτελεί μια από τις ομορφότερες περιοχές της Παλαιάς Φώκαιας αφού η μοναδική θέα στο Σαρωνικό από τις πλαγιές του, οι αρκετοί πνέυμονες πρασίνου αλλά και οι υπέροχες παραλίες, την καθιστούν ιδανικό τόπο μόνιμης αλλά και παραθεριστικής κατοικίας.

Ο οικισμός που πήρε το όνομά του απο τις γεμάτες με θυμάρι πλαγιές του, εκτείνεται απο το 54ο   ως το 56ο χιλιόμετρο της Λεωφόρου Αθηνών-Σουνίου, ενώ οι κατοικίες ξεκινούν απο την παραλία και φτάνουν μέχρι και την περιοχή της Αγίας Φωτεινής, περίπου 1,5 χιλιόμετρο ανατολικά της ακτογραμμής.

Πριν την εγκατάσταση των πρώτων παραθεριστών το Θυμάρι ήταν τόπος κυρίως κτηνοτροφικής και γεωργικής δραστηριότητας. Αρχικά οι Σαρακατσάνοι κτηνοτρόφοι οι οποίοι διατηρούσαν τα εκτροφεία τους και διέμεναν περιοδικά στην περιοχή και στη συνέχεια οι Φωκιανοί πρόσφυγες που μετά τις διανομές της αποκατάστασης εκχέρσωσαν και καλλιέργησαν αρκετά κτήματα ήταν μέχρι το 1965 η "ανθρώπινη" παρουσία στο Θυμάρι.

Η κατασκευή του παραλιακού δρόμου που συνέδεσε την πρωτεύουσα με το Σούνιο  έφερε και την Παλαιά Φώκαια με τις γύρω περιοχές πιο κοντά στην Αθήνα και τους κατοίκους της. Έτσι, από το 1965 κατασκευάστηκαν οι πρώτες παραθεριστικές κατοικίες οι οποίες με τα χρόνια πολλαπλασιάστηκαν. Κατά τη δεκαετία του 1980 ολοένα και περισσότερες οικογένειες άρχισαν να διαμένουν μόνιμα στο Θυμάρι ενώ σήμερα η περιοχή τείνει να γίνει τόπος μόνιμης κατοικίας αφου προσφέρει μια μοναδική ποιότητα ζωής.

Δείτε τον οδικό χάρτη του οικισμού

Ο οικισμός της Αγίας Φωτεινής

Ο οικισμός της Αγίας Φωτεινής αποτελεί το τελευταίο οικιστικό συγκρότημα εντός των διοικητικών ορίων της Παλαιάς Φώκαιας προς τα ανατολικά και το Δήμο Λαυρεωτικής. Απέχει περίπου 1,5 χιλιόμετρο απο την παραλία ενώ βρίσκεται σε υψόμετρο περίπου 150-200 μέτρων. Η περιοχή έχει πάρει το όνομά της απο το ομώνυμο ξωκλήσι που χτίστηκε το 1968 σε σημείο που υπήρχαν ερείπια παλαιού ναού.

Φτάνουμε στον οικισμό στρίβοντας απο τον παραλιακό δρόμο στην οδό Αγίας Φωτεινή (ο ένας απο τους δύο βασικούς δρόμους του Θυμαριού) αφου διασχίσουμε τον οικισμό του Θυμαριού.

Ιστορία (Αναδημοσίευση απο την ιστοσελίδα της εφημερίδας "Αττικός Παρατηρητής")

ΟΙΚΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ
Οι Περιηγητές του 19ου αιώνα επισημαίνουν την ύπαρξη ερειπίων από φρούριο σε οικισμούς των μεσαιωνικών χρόνων στους λόφους που εκτείνονται ανατολικά της Αναβύσσου. Ένας από αυτούς φέρει το ανεπίσημο όνομα «Καταφύγι», που προσιδιάζει στα μορφολογικά χαρακτηριστικά της περιοχής. Το έδαφος είναι άγονο και άνυδρο, ικανό να συντηρήσει κτηνοτρόφους μόνο. Σε πολλά σημεία παρουσιάζει μεγάλη κλίση, που κάνει σχεδόν αδύνατη την προσπέλαση, ενώ ο ορεινός όγκος του Προφήτη Ηλία, που υψώνεται στα νοτιοανατολικά, καθιστά αδιάβατη την περιοχή από την πλευρά της θάλασσας.

Για όλους τους παραπάνω λόφους το «Καταφύγι» επιλέχτηκε συχνά στο παρελθόν ως τόπος κατοικίας όσων κινδύνευαν από πειρατές και επιδρομείς. Ερείπια, που ανακαλύφθηκαν τυχαία κατά τη διαμόρφωση του χώρου για τη διάνοιξη οδών για την εγκατάσταση οικισμού των υπαλλήλων της Αγροτικής Τράπεζας, οδήγησαν το 1970 την Εφορία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων στη διενέργεια ανασκαφικής έρευνας που απέδωσε πλήθος ευρημάτων. Βρέθηκαν τα θεμέλια έξι συνολικά οικοδομημάτων, το καθένα από τα οποία διέθετε δύο έως τρία δωμάτια και βοηθητικούς χώρους. Ίχνη λιθόστρωτου. πίθοι για την αποθήκευση γεωργικών προϊόντων και φρέατα για τη συλλογή ομβρίων υδάτων αποκαλύφτηκαν σε όλη την έκταση του οικισμού.
Για την κατασκευή τους είχαν χρησιμοποιηθεί ακατέργαστοι λίθοι διαφόρων σχημάτων και διαστάσεων και μέλη παλαιοχριστιανικών και Βυζαντινών κτισμάτων. Η μορφή της τοιχοδομίας συνιστούσε ένα ασφαλές κριτήριο για τη χρονολόγηση του οικισμού στους μεταβυζαντινούς χρόνους (11ος - 14ος αιώνας μ.Χ.). Είχε προηγηθεί η καταστροφή της Βασιλικής του Ολύμπου και φαίνεται ότι η ζωηρή ανάμνηση αυτού του γεγονότος προέτρεψε όσους επέζησαν να εγκατασταθούν στο «Καταφύγι». Έχτισαν μία μικρή εκκλησία, αφιερωμένη στον Άγιο Αντώνιο, και οργάνωσαν τη μικρή τους κοινωνία σύμφωνα με τις δυνατότητες που το ίδιο το τοπίο τους προσέφερε. Αγρότες και κτηνοτρόφοι στο σύνολό τους δεν έχουν να επιδείξουν ιδιαίτερα επιτεύγματα. Χαρακτηριστική είναι η απουσία κτερισμάτων από τους σαράντα τέσσερις τάφους που ανασκάφηκαν.
Οι περισσότεροι ήταν λακκοειδείς, πρόχειρα κατασκευασμένοι, και έφεραν ίχνη συνεχούς ταφής. Τρεις ήταν κτιστοί καμαροσκεπείς και η κάθοδος στο εσωτερικό τους γινόταν από σκάλα, που είχε κατασκευαστεί στην ανατολική πλευρά τους. Στην είσοδο του ενός βρέθηκε μαρμάρινη στήλη με την ακόλουθη επιγραφή:
«+ + + Κοιμητήριον Στεφάνου κ(αι) Παύλου κ(αι) Ακτέωνος κ(αι) της μητρός αυτών, οι ευτελείς κληρηκοί + εχι δε το ανάθεμα ί τις άλον +ώδε θη+».
Μέσω της επιγραφής η μητέρα των τριών κληρικών απηύθυνε κατάρα προς όποιον επιχειρούσε να παραβιάσει τον τάφο. με σκοπό να τοποθετήσει και άλλον νεκρό εντός αυτού.
Από τη μελέτη των ευρημάτων, των αρχιτεκτονικών λειψάνων και τάφων, φαίνεται ότι ο οικισμός στο «Καταφύγι» εξακολούθησε να κατοικείται μέχρι τους χρόνους της Τουρκοκρατίας. Τα ίχνη του χάθηκαν σιγά - σιγά και η λήθη «σκέπασε» τον τόπο και την ιστορία του. Αιώνες αργότερα, η αρχαιολογική σκαπάνη θα φανέρωνε ξανά τα «τεκμήρια» της ανθρώπινης παρουσίας και δράσης στην πεδιάδα της Αναφλύστου.
Ο ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΟΙΚΙΣΜΟΣ
Ο σύγχρονος οικισμός βρίσκεται στα ανατολικά της Παλαιάς Φώκαιας περίπου 1500 μέτρα από τον παραλιακό δρόμο Αθηνών Σουνίου. Καταλαμβάνει ένα μικρό μέρος σε σχέση με την περιοχή που καταλάμβανε την ιστορική περίοδο που αναφέρεται παραπάνω περίπου 3.500 στρέμματα.
Κατοικήθηκε αρχικά από παραθεριστές από το 1965.  Σήμερα έχει περίπου 1000 κατοικίες και ο παραθεριστικός πληθυσμός αυξάνεται ραγδαία, όπως εξάλλου και οι μόνιμοι κάτοικοι οι οποίοι δεν είναι συνταξιούχοι αλλά οικογένειες στις παραγωγικές ηλικίες.
Μια κηπούπολη στην Παλαιά Φώκαια...
Κείμενο του Γιώργου Λάμπρου - Κοινοτικού Συμβούλου Παλαιάς Φώκαιας,
βασισμένο στο βιβλίο του αείμνηστου Κυριάκου Ευνουχίδη "Ένας πρότυπος οικισμός στην Ανατολική Αττική" (Απρίλιος 2001).
Ιστορία
Το 1960 το τότε Διοικητικό Συμβούλιο του Οικοδομικού Συνεταιρισμού των Υπαλλήλων της Αγροτικής Τράπεζας, έλαβε εντολή από 400-500 μέλη του να αναζητηθεί για αγορά μία έκταση στην Αττική για τη δημιουργία παραθεριστικού Οικισμού, ικανή να δώσει ισόποσα άρτια οικόπεδα αλλά και πέραν αυτών κοινόχρηστους χώρους για δρόμους, πλατείες, εκκλησία, σχολείο, αγορά και λοιπά.
Πράγματι δύο χρόνια μετά (1962) επί προεδρίας του Συνεταιρισμού Μανώλη Γκουζούλη και γραμματείας του Βασίλη Αργύρη, επελέγη και αγοράστηκε έκταση 610 στρεμμάτων στην ευρύτερη περιοχή Καταφυγίου Π. Φώκαιας έναντι συνολικού τιμήματος 4.308.474 δραχμών.
Η έκταση αυτή απέχει 50 χιλιόμετρα από την Αθήνα, 1.900 μέτρα Βόρεια της Π. Φώκαιας και 1.000 μέτρα Ανατολικά της Αναβύσσου.
Το 1966 η έκταση εντάχθηκε στο Σχέδιο Πόλης, της Κοινότητας Π. Φώκαιας ενώ το 1967 οριστικοποιήθηκαν οι όροι δόμησης και το ρυμοτομικό σχέδιο, που ισχύουν μέχρι σήμερα.
Ορίστηκε η αρτιότητα των οικοπέδων στα 800 τ.μ., το ποσοστό κτηριακής κάλυψης στο 20%, τα 7,5 μέτρα σαν ανώτερο ύψος των οικοδομών σε δύο ορόφους καθώς και η πρασιά των 6 μέτρων στην πρόσοψη (Β.Δ. 8/12/1967).
Με την ίδια απόφαση ένταξης δεσμεύτηκε συνολικά το 38,3% της έκτασης για κοινόχρηστους χώρους ώστε να αποδοθούν μελλοντικά στους Οικιστές πλατείες, παιδικές χαρές, αθλοπαιδιές, εκκλησία, σχολείο και αγορά. Ποσοστό 15% της όλης έκτασης, στο ορεινό και ημιδασώδες μέρος της, αφέθηκε εκτός οικοδόμησης, σαν πνεύμονας πρασίνου.
Από το 1973 έως και το 1976 με δαπάνες των Οικιστών και Οικοπεδούχων πραγματοποιήθηκαν όλα τα έργα υποδομής του Οικισμού (Ηλεκτροδότηση, οδικό δίκτυο, υδροδότηση, οδικός φωτισμός, τηλεφωνοδότηση, δενδροφύτευση κρασπέδων και οδών).
Τον Αύγουστο του 1976, τρία χρόνια μετά την έναρξη δόμησης των πρώτων σπιτιών είκοσι ένας οικοπεδούχοι και οικιστές ιδρύουν τον Εξωραιστικό Σύλλογο Οικιστών και Οικοπεδούχων Α.Τ.Ε. «Η ΔΗΜΗΤΡΑ». Πολύ γρήγορα λοιπόν μετά την έγκριση του Καταστατικού του Συλλόγου από το Πρωτοδικείο Αθηνών ο Οικοδομικός Συνεταιρισμός έπαψε ν’ ασχολείται με τα ζητήματα του οικισμού και παραχώρησε όλες τις αρμοδιότητες στο Σύλλογο.
Από το 1977 έως το 2002 ο σύλλογος με τη σειρά του πραγματοποίησε σειρά έργων τα επόμενα χρόνια με δική του μέριμνα και ευθύνη, με σπουδαιότερα την ανέγερση του εντευκτηρίου και γραφείων σε ιδιόκτητο οικόπεδο, την κατασκευή γηπέδων τέννις και μπάσκετ, την διαμόρφωση της κεντρικής πλατείας καθώς και την Εκκλησία των Αγίων Αναργύρων στη ΒΔ είσοδο του Οικισμού.
Ο οικισμός σήμερα
Η σημερινή Κηπούπολη της Α.Τ.Ε. είναι ένας πρότυπος οικισμός της Ανατολικής Αττικής που παρ’ ότι έχει οικοδομηθεί περίπου κατά το ήμισυ και έπαψε να ισχύει ο παραθεριστικός χαρακτήρας της, διατηρεί σχεδόν αναλλοίωτη την σπάνια φυσική ομορφιά του περιβάλλοντος που σε συνδυασμό με το ιδιαίτερο μικροκλίμα της περιοχής λόγω της βλάστησης και της γεωμορφολογίας, την κάνει ιδανικό τόπο για να ζει κανείς.

Κουβαράς

Ο Κουβαράς στην αρχαιότητα αποτελούσε τους Ποτάμιους Αττικής. Σήμερα συνιστά ένα γραφικό αττικό χωριό μεταξύ Μεσογείων και Λαυρεωτικής, στο νοτιοανατολικό άκρο της Αττικής.

Το μικρό χωριό των δύο οικισμών που καταλαμβάνει έκταση 24.989 στρεμμάτων υπάγεται στη Νομαρχία Ανατολικής Αττικής μετά την απόσχισή του από την κωμόπολη του Μαρκοπούλου, στα σύνορα με την Κερατέα. Από αυτά, τα 4.989 στρέμματα είναι οικοδομήσιμα, ενώ τα υπόλοιπα 20.000 συνιστούν το όμορφο δάσος της περιοχής. Απέχει 38 χιλιόμετρα από το κέντρο της αθηναϊκής πρωτεύουσας και σύμφωνα με την απογραφή του 2001 εμφανίζει πληθυσμό των 1.704 ατόμων, ήτοι 68 κάτοικοι ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο έκτασης.

Οι όμορφοι οικισμοί περιβάλλονται από τους επτά δασόφυτους λόφους της άγριας μορφολογίας των Μεσογείων μεταξύ των ορεινών όγκων Πανείου ΌρουςΜερέντας και Ολύμπου Αττικής.

Συνδέονται με τις γειτονικές πόλεις και την Αθήνα μέσω του λεωφορειοδρόμου Σουνίου, ενώ προβλέπεται η περιοχή να ευνοηθεί στο μέλλον από τη διέλευση του Προαστιακού Σιδηροδρόμου και οιονεί επέκτασης της Αττικής Οδού στη διαδρομή μεταξύ Αεροδρομίου και Λαυρίου.